Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

14ο Παίζοντας με τις λέξεις (Συμμετοχές 6 - 13)


6. Μαύρο-άσπρο

 Σε αγόραζε και σε πουλούσε χωρίς να το καταλάβεις!
"Γράμματα κερδίζω, κορώνα χάνεις" ήταν ικανός να πει στο στρίψιμο νομίσματος και να σε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί, χωρίς να το πάρεις είδηση! 
Μεγάλο αλάνι, μανουβράριζε διαρκώς, και πετύχαινε τους στόχους του, τον έναν πίσω από τον άλλον!
Βασιζόταν στο ξυράφι μυαλό του και πίστευε πως δεν χρειάζεται τίποτα άλλο σε αυτή τη ζωή. Ένα μυαλό, δυο χέρια κι επιμονή! Πασπαλισμένα με πολλή απληστία, θα συμπληρώσω εγώ.

Παραστάτης σε όλα, το μεγάλο του “εγώ”, που δεν άφηνε χώρο για φιλίες, συντρόφους, τίποτα! 
Μόνο που στο βλέμμα του φώλιαζε η μοναξιά και τρόμαζες αν μύριζες το άρωμα της πλεονεξίας του. Πολύ μαυρίλα, ρε αδερφέ μου, και πού' σαι, ε; Δεν αναφέρομαι στα κοστούμια του! 

Τέτοιους ανθρώπους άλλοι τους λένε σπουδαίους. Κάθονται σε υπέροχες, δερμάτινες καρέκλες εξουσίας -κάθε είδους εξουσία- και λύνουν και δένουν. Ολημερίς.
Εγώ πάλι, αηδιάζω. Η καρέκλα τους χωράει μόνον έναν! 
Προτιμώ το άσπρο χρώμα της αθωότητας, όσο φτωχική κι αν είναι.

Σαν δικηγόρος βέβαια, αν ήταν τώρα δα στο μυαλό μου ικανό τον έχω να μου έλεγε: “χόρτασε εσύ με άσπρα και αθωότητες, κοριτσάκι!”
Μπορεί να είναι κι έτσι...Τι τα θες μάτια μου. Κανένας δεν βλέπει την καμπούρα του. 

(Μα εκείνο το βλέμμα της μοναξιάς... άστο...Μην το δεις. Και κυρίως μην το νιώσεις ποτέ!)




7. Σεμινάρια δημιουργικής κλοπής 

"Όσα ξέρατε να τα ξεχάσετε! Εδώ δεν υπάρχουν έννοιες όπως: φιλότιμο, ειλικρίνεια, τσίπα, εντιμότητα και άλλα τέτοια τετριμμένα και γλυκανάλατα. Όλα πληρώνονται κι όλα αγοράζονται. Ακόμα και οι φιλίες. Κι ό, τι δεν μπορεί να αγοραστεί μπορεί κάλλιστα να κλαπεί, σύμφωνα πάντα με το νόμο. Τίποτα δε γίνεται παράνομα. Τίποτα δεν είναι ανήθικο. Όλα είναι νόμιμα και ηθικά, όλα είναι μπίζνες που λέμε κι εμείς στο Αμέρικα. Τα επιδόματα λόγου χάριν είναι μια καλή και κυρίως ηθική πρακτική για να χώνουμε στην τσέπη ακόμα περισσότερα...".

Τα σεμινάρια δημιουργικής κλοπής μόλις είχαν αρχίσει. Το λόγο είχε μια καθηγήτρια που πλούτιζε το βιογραφικό της βοηθώντας τη χώρα. Με το αζημίωτο η βοήθεια, μην τρελαθούμε κιόλας. Να οι μισθάρες  να τρέχουν, να τα επιδόματα ενοικίου να πέφτουν, να στα μούτρα μας που δεχόμαστε την κοροϊδία τους και την αλτρουιστική τους διάθεση για προσφορά.  
Παραστάτης της σε όλη αυτή τη βοήθεια που ήρθε να δώσει, σε όσα ήρθε να πάρει δηλαδή, ο σύζυγός της, που πάει να πει η κολόνα του σπιτιού το οποίο πληρώναμε όλοι εμείς, αλλά κι όλων των άλλων ακινήτων που είχαν στην κατοχή τους. Μια κολόνα χίλιες χρήσεις. Πολυκολόνα ο μίστερ. 

Το κοινό απαρτίζεται από επίδοξους σωτήρες των εαυτών τους. Μια κυρία με βλέμμα αρπακτικού, σταματά  να υπολογίζει πόσο θα της κοστίσουν τα σεμινάρια και αρπάζεται σαν μαϊμού από τη λέξη που ήχησε ίδια με θεία μουσική στα αυτιά της. Μια μουσική που μόνο τα νομίσματα μπορούν να συνθέσουν, και που μπορείς να την απολαύσεις καλύτερα όταν τα νομίσματα γίνονται χαρτονομίσματα, αλλά φτάνει στο κρεσέντο μόνο όταν ενορχηστρώνεται από πολλά μηδενικά σε τραπεζικά βιβλιάρια.
Χωρίς να ζητήσει το λόγο ύψωσε τη φωνή και ρώτησε πόσα νόμιμα επιδόματα θα μπορούσε η ίδια να υπεξαιρέσει ηθικά από το λαό.
"Πόσα σπίτια έχεις;" τη ρώτησε η ομιλήτρια.
"Ε, τώρα, δεν κάθομαι να τα μετράω σαν να είμαι καμιά τσοκαρία από τον Μπύθουλα" απάντησε με στόμφο η άλλη κουνώντας απαξιωτικά το χέρι. 

Δεν πέρασε πολλή ώρα και στην αίθουσα επικράτησε αναβρασμός. Όλοι ήθελαν να βρουν τρόπο να αυξήσουν τα πενιχρά τους εισοδήματα, μια και τα έξοδα όπως έλεγαν ήταν πάρα πολλά. 
"Πληρώσαμε ακριβότερα από όλους την κρίση" έλεγε ο ένας. "Έχουμε έξοδα" έσκουζε ένας άλλος.
 "Χρειάζομαι πολλά για κομμωτήρια" τσίριζε μια τρίτη, "να πάλι βγήκε η ρίζα, με θαύμα νομίζετε πως διατηρώ αυτό το χρώμα;". 
"Κανένα καλό σκανδαλάκι παίζει;" διπλάρωνε κάποιος  τον διπλανό του, που ήταν μανούλα στις λαμογιές.
"Φιλαράκι έχεις ένα ευρώ;" ακούστηκε πάνω από το πανδαιμόνιο ένας που λαχτάρησε ένα καφεδάκι, αλλά δεν είχε πάνω του ψιλά για τον αυτόματο πωλητή.

Με τα πολλά ο κουρνιαχτός κατακάθισε και η τάξις  απεκατεστάθη. Ευρώ δε βρέθηκε, μια και κανείς δεν κρατούσε ψιλά, αλλά θα πήγαιναν μετά όλοι μαζί για περιδρόμιασμα στην υγειά των κορόιδων. Ήταν το λιγότερο που μπορούσαν να κάνουν, αφού κι αυτό τα κορόιδα θα το πλήρωναν.



8. Όταν σε τυλίγει το λευκό

        Λευκό: χρώμα το οποίο έχει υψηλή φωτεινότητα, αλλά μηδενική απόχρωση. Πιο συγκεκριμένα, περιέχει όλα τα χρώματα στο ορατό φάσμα, μολονότι μερικές φορές περιγράφεται ως αχρωματικό χρώμα. 
        Ένα χρώμα που περικλείει μέσα του το αγνό τής αθωότητας, που είναι παραστάτης στις ανεξίτηλα ομορφότερες στιγμές μας. Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε πως η χρωματική επισώρευση εντός του είναι γεγονός, ακόμη και σε μεταφορικά πλαίσια. Όμως, μια ατυχής στιγμή αρκεί για να τα πάρει όλα πίσω· ν' απορροφήσει όλα αυτά τα χρώματα, αφήνοντας εν τέλει ένα αχρωματικό κάδρο. Κοντολογίς, είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις. 
        Λευκά τοιχώματα, λευκά σεντόνια, λευκός ιματισμός ασθενών και προσωπικού. Μια εικόνα που αρχίζει να σου σφίγγει ελαφρώς το στομάχι, αρχίζεις να μη νιώθεις καλά. Είναι η περίπτωση που η αντανάκλαση του λευκού αρχίζει να σ' αρρωσταίνει αντί να σου προκαλεί αρμονικά συναισθήματα. Άνθρωποι συνεχώς στους διαδρόμους, σαν μέλισσες που δουλεύουν ακατάπαυστα μέσα σε κυψέλη, κι άνθρωποι ξαπλωμένοι σε κρεβάτια. Απ' τη μια, πρόσωπα με σφιγμένα χαρακτηριστικά, που σπεύδουν για ανεκλάλητη παροχή. Απ' την άλλη, πρόσωπα ρουφηγμένα και χωρίς μαλλιά, κορμιά καχεκτικά που μαίνονται σεισμό: ξερνούν ταλαιπωρία, συμπτώματα της αρρώστιας και παρενέργειες θεραπευτικής αγωγής. Φράσεις μετέωρες μεταξύ αγκομαχητών, που δεν μπορούν να παραμείνουν άλλο μέσα κι εξωτερικεύονται από χαραμάδες κλειστών σιαγόνων: «είναι νωρίς ακόμα για να πεθάνω», «μη με κοιτάς, δεν θέλω να με βλέπεις έτσι».
        -«Αδελφή, είστε η καινούρια;» ακούγεται βιαστικά από μια παλαιότερη. 
        -«Ναι, σήμερα ξεκίνησα τη πρακτική μου» απάντησα ήδη ξέπνοα από τις εικόνες που πρόλαβαν να με βομβαρδίσουν και να μ' αφήσουν ένα κινούμενο κουφάρι. «Με λένε Αγαθή» πρόσθεσα. 
        -«Προσπάθησε να δείχνεις ανεπηρέαστη, Αγαθή. Είναι ο χώρος και τέτοιες οι συνθήκες, που, άθελά μας, η συγκατάβαση μπορεί ν' αποκτά προσβλητικές διαστάσεις» μου είπε μειλίχια και συμβουλευτικά. 
        Προτίμησα ν' ανταπαντήσω μ' ένα χαμογελαστό νεύμα, προκειμένου να κρύψω την αμηχανία μου. 
        -«Παρατήρησα πως οι άνδρες έχουν τη συμπαράσταση των γυναικών τους, ενώ πολλές γυναίκες είναι μόνες τους» είπα αλλάζοντας τη κουβέντα. 
        -«Πολλές γυναίκες έρχονται με τις φίλες τους» είπε κοφτά κι έστρεψε τη ματιά της αλλού, αλλά πρόλαβα να πιάσω το σκοτείνιασμα στο βλέμμα της. «Αυτό ίσως να 'ναι το λιγότερο, βλέποντας άλλους να πολεμάνε μόνοι τους την αρρώστια. Έπειτα απ' τη σκληράδα τής συνειδητοποίησης και την αδυναμία να μιλήσουν ανοιχτά γι' αυτό που τους συμβαίνει, θα δεις πως όλοι στο τέλος παραδέχονται πως στο μαζί είναι η αξιοπρέπεια. Οπότε, ακόμη κι αν λείπει η συζυγική υποστήριξη, υπάρχει κείνη η ευλογία τής ακλόνητης παρουσίας, που ενδύεται τα ρούχα τής φιλίας, και δεν θα πρέπει να υποτιμούμε τη δυναμική της» πρόσθεσε χαμογελαστά και κίνησε να συνεχίσει τη δουλειά της, απαλείφοντας αυτή τη φορά την αμηχανία απ' το χαμόγελό μου.




9.  ΕΚΤΟΡΑΣ!

Το ένιωσα από την στιγμή που μας σύστησαν.
Πες το ένστικτο, που το είχα πολύ ανεπτυγμένο; Πες το χημεία; Ή μπορείς να το το πεις και κάρμα, ήξερα πως με την κοπέλα αυτή θα μας ένωνε μια δυνατή φιλία!
Από εδώ ο Έκτορας.
Από εδώ η Ισμήνη.
Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το δικό μου που το είχα απλώσει προς το μέρος της και ένιωσα μια ανατριχίλα σε όλο το κορμί μου.
Γύρισα και την κοίταξα στα μάτια.
Είχε τα πιο όμορφα μάτια που είχα δει.
Γαλάζια, σαν το χρώμα της θάλασσας.
Την αγάπησα από την πρώτη στιγμή.
Έγινα ο σύντροφος της.
Όπου πήγαινε περπατούσα δίπλα της, παραστάτης να την προσέχω σε κάθε της βήμα και να της δείχνω την αγάπη μου κάθε στιγμή.
Όμως και εκείνη δεν πήγαινε πουθενά χωρίς εμένα και κάθε της χάδι με έκανε απέραντα ευτυχισμένο.
Είχαμε γίνει αχώριστοι.
Στους περιπάτους που πηγαίναμε, συχνά για να μην πω πάντα, περνούσαμε από τον εθνικό κήπο.
Τα βήματα μας και αυτήν την φορά ακολούθησαν τον ήχο της μουσικής που έβγαινε από το  ακορντεόν που έπαιζε ένας οργανοπαίχτης  καθισμένος  στο γνωστό  παγκάκι  και  που η μουσική του συντρόφευε τους περιπατητές που περνούσαν από εκείνο το σημείο.
Εκείνη σταμάτησε για λίγο, έβγαλε ένα νόμισμα από την τσέπη της και το ακούμπησε στο τασάκι δίπλα του.
Είχε κάνει τόσες φορές αυτήν την κίνηση που την την είχα μάθει και εγώ απ΄έξω πια.
Γύρισα και την κοίταξα!!
Αχ! Να μπορούσες να δεις το βλέμμα μου, θα έβλεπες όλη την αγάπη του κόσμου μέσα του.
Και εγώ να μπορούσα να μιλήσω!




10.  Εκείνος και ο Άλλος, 

δυο διαφορετικοί νέοι άντρες!
Εκείνος, εραστής των γραμμάτων, των βιβλίων και αχόρταγος για γνώση. 
Ο Άλλος, εραστής των κατασκευών, χρησιμοποιούσε τα χέρια για τα πάντα, εκτός από το να κρατά ένα βιβλίο.
Από τα μικράτα τους μαζί.
Από τα μικράτα τους διαφορετικοί. Αριστούχος Εκείνος, ίσα που πέρναγε τις τάξεις ο Άλλος.
Ήρεμος Εκείνος, νευρόσπαστο ο Άλλος!
Μα ποτέ κανένας τους δεν εμπόδισε τον φίλο του να κάνει αυτό που αγαπούσε. Εκείνος να μάθει, ο Άλλος να δημιουργήσει.
''Φιλία εστί μία ψυχή εν δυσί σώμασιν ενοικουμένη''  είπε ο  Αριστοτέλης.
Ένα νόμισμα με δυο όψεις!  Αυτό ήταν  οι δυο τους!  Και σφυρηλάτησαν μια δυνατή φιλία που προκαλούσε το θαυμασμό,  αλλά και  το φθόνο πολλών.
Ακόμη και οι γονείς  στα χρόνια του σχολείου προσπάθησαν να τους χωρίσουν. ''Είναι το βαρίδι σου, έλεγαν σ' Εκείνον που ήθελε να σπουδάσει. Ο Άλλος νοιάζεται μόνο να περνάει η μέρα του καλά '' επέμεναν. Μα η φιλία τους γιγαντωνόταν μέρα με τη μέρα.
Σπούδασε ο ένας, άνοιξε εργαστήρι ο άλλος και οι δυο ήταν καλοί σ'αυτό που επέλεξαν.
Κανένα ίχνος δυσαρέσκειας ανάμεσά τους. 
Μπορεί  να είχαν μέρες να ειδωθούν, αλλά πάντα ξέκλεβαν κάποιες ώρες το μήνα δικές τους
Μπορεί να είχαν άλλο κύκλο γνωριμιών, αλλά πάντα υπήρχε θέση στη ζωή τους για τον φίλο.
Σχέση καρδιάς, σεβασμός στην ατομικότητα, αγάπη χωρίς όρια, νοιάξιμο και ενδιαφέρον του ενός για τη ζωή του άλλου.
Γέλαγε Εκείνος με τη χαρά του Άλλου!
Έκλαιγε ο Άλλος με τη λύπη Εκείνου!
Κανένα σύννεφο δεν σκίασε τη φιλία  τους.
Μέχρι που το άσχημο πρόσωπο  της ζωής χτύπησε την πόρτα Εκείνου. Παραστάτης πλάι του ο Άλλος!   Πονούσε Εκείνος,  μόρφαζε ο Άλλος.  Τα βλέμματα συναντιόνταν και ήξερε Εκείνος τι ένοιωθε ο Άλλος, ήξερε ο Άλλος τι σκεφτόταν Εκείνος.
 Έως ότου ήλθε η ώρα του αποχαιρετισμού. 
-Μην τυχόν και δε ζήσεις τα όνειρά σου... Ορκίσου μου,  του είπε Εκείνος
Το κατευόδιο έγινε με δάκρυα στα μάτια, με τον πόνο στην καρδιά, τον όρκο στα χείλη και με μια κιθάρα που ο Άλλος έπαιξε, εκεί στο τελευταίο σπίτι Εκείνου, το αγαπημένο του τραγούδι.
Τα λουλούδια ήταν άσπρα το αγαπημένο χρώμα Εκείνου.
Κι από τότε, όλοι όσοι τους ήξεραν, ως  ορισμό της φιλίας επαναλάμβαναν τα λόγια του Σαίξπηρ:
'' Ένας φίλος είναι κάποιος που σε ξέρει όπως είσαι, καταλαβαίνει αυτό που έχεις, αποδέχεται αυτό που έχεις γίνει, και ακόμα, ευγενικά σου επιτρέπει να προχωρήσεις'',  δηλαδή,  Εκείνος και ο Άλλος!



http://www.lolhome.com/funny-picture-9979532069.html

11. Τάμπλετ κοπής

Αγαπητή τεχνική υποστήριξη,

Προ μηνός, είχα την ατυχία να μου δωρίσει συνεργάτης μου ένα τάμπλετ με απεριόριστες δυνατότητες εφαρμογών, όπως μου είπε. Ενθουσιάστηκα! Το απόγευμα επιχείρησα να φορτίσω και να το βάλω σε λειτουργία, ακολουθώντας τις εσώκλειστες οδηγίες. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, η οθόνη είχε το χρώμα και την ακινησία του νεκρού. Απευθύνθηκα σ’ ένα κατάστημα γνωστής αλυσίδας ηλεκτρονικών, όπου με ενημέρωσαν ότι ήταν ελλαττωματικό. Για την ακρίβεια μου είπαν: «Χαχαχα…πού το βρήκατε αυτό το καβουρντιστήρι;»

Συντετριμμένος, το ξαναέβαλα στη συσκευασία και σκέφτηκα να το δωρίσω στον κουμπάρο μου, που εκείνη τη μέρα γιόρταζε. Τον επισκέφτηκα λοιπόν και με θριαμβευτικό ύφος του επανέλαβα το παραμύθι που μου είχε πει ο συνεργάτης μου. Διέκρινα στο ανυποψίαστο βλέμμα του, την ίδια ευγνωμοσύνη που είχα κι εγώ το πρωί. Έφυγα ικανοποιημένος, με την ελπίδα να μην χαλάσει η πολύχρονη φιλία μας εξ αιτίας αυτού του μηχανήματος.

Η χαρά μου δεν κράτησε πολύ. Μετά από δυο μέρες, είχα επέτειο  γάμου. Η γυναίκα μου γύρισε αργά το βράδυ σπίτι και μου πρόσφερε περιχαρής το δώρο της. Ένα μικρό πακέτο, το περιτύλιγμα του οποίου, μου ήταν ήδη γνώριμο και σίγουρος για το περιεχόμενο, το ξετύλιξα. Όπως μου είπε, επρόκειτο για ένα υπερσύγχρονης τεχνολογίας μηχάνημα, πανάκριβο βέβαια, αλλά για χάρη μου θυσίασε τις αιματηρές οικονομίες της που μάζευε νόμισμα-νόμισμα τα τελευταία χρόνια. Κι όλα τα υπόλοιπα που είχα αραδιάσει στον κουμπάρο μου πριν δυο μέρες. Οι υποψίες μου για τη σχέση της συζύγου μου με τον κουμπάρο μας, επιβεβαιώθηκαν οικτρά. Και ξαναβρέθηκα με το άχρηστο μηχάνημα στην κατοχή μου.

Στην απόγνωσή μου να απαλλαχτώ από δαύτο, το έδωσα στον οχτάχρονο γιο μου, να παίζει με τους φίλους του. Το απόγευμα που γύρισε απ’ το σχολείο, το εκσφενδόνισε στο κεφάλι μου, φωνάζοντας έξαλλος: «Να το τρίψεις στην κασίδα σου αυτό το κονσερβοκούτι!». Για δυο μέρες, παρέμεινα κλινήρης με εγκεφαλικές κακώσεις. Και με το ύπουλο μηχάνημα να με περιμένει σπίτι.

Σε μια ύστατη προσπάθεια να το ξεφορτωθώ, το έστειλα στη μάνα μου στην Αετομηλίτσα, εξηγώντας της στο τηλέφωνο, πως δεν είναι τηλεκοντρόλ, αλλά να συμβουλευτεί το δάσκαλο του χωριού και να καταχωρίσει συνταγές με πίτες. Μετά από μέρες, παρέλαβα με κούριερ ένα δέμα κι ένα σημείωμα. Αναγνώρισα αμέσως τα γράμματα.
«Γιόκα μ’,
Του κάναμ’ φάκτουρι ρεσέτ και δεν φορτίζ’ τ’ αναθεματισμένου.
Στείλτου πίσου παλκάρι μου, γιατί τόση ζέστα που βγάν’, μόνο για μπρίκι καν’. Na παρ’ς γουίντοουζ να μιλάμ’ και στου σκάιπ.
Σου στέλν’ με του ΚΤΕΛ και μια μηλόπιτα».

Η Φιλιππινέζα που καθάριζε το σπίτι εκείνη τη μέρα, με είδε να κρατάω απελπισμένος το τάμπλετ και γέλασε. «Κύριος ντεν ξέρει αγοράζει καλός κομπιούτερ. Σου ντείξω εγκώ ντικό μου να μάθεις. Πατρίντα μου, πετάμε όξω από παράθυρος αυτά!». Και το πέταξε. Και πέτυχε έναν χριστιανό που διέσχιζε αμέριμνος το πεζοδρόμιο. Και τον έστειλε στον Ευαγγελισμό με εγκεφαλική διάσειση. Και μένα στο αυτόφωρο για πρόκληση σωματικών βλαβών. Και παράνομη απασχόληση αλλοδαπού. Και την Φιλιππινέζα, για παράνομη διαμονή στη χώρα.  Και ο παραστάτης δικηγόρος, μου επέστρεψε θριαμβευτικά το τάμπλετ, μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης. «Έξι μήνες εξαγοράσιμους φάγατε, αλλά ευτυχώς δέχτηκαν να σας επιστραφεί το μηχάνημα!»

Αν λάβετε παρόμοια παράπονα πελατών, να ξέρετε πως η επιφάνεια του μηχανήματος, είναι ιδανική για κοπή λαχανικών. Σε κρεμμύδια ειδικά, ενδέχεται να λειτουργήσει και η συσκευή. Βατικιώτικα κατά προτίμηση…




12. Το παρόν …πωλείται

Η καθημερινή της βόλτα είχε  προορισμό το μεγάλο σπίτι στο τέλος της πόλης. Χρόνια η αυλόπορτα έχασκε ανοικτή, από τότε που πέθανε και ο τελευταίος του ιδιοκτήτης. Όμως της άρεσε αυτό το σπίτι. Της άρεσε που είχε τη σφραγίδα του πλούτου και της άνεσης. Αριστερά και δεξιά από τα σκαλιά της εισόδου δύο λέοντες στέκονταν παραστάτες του σπιτιού. Της άρεσε το λευκό μεγαλοπρεπές του χρώμα, και το βλέμμα της το έβλεπε ακόμα στις μέρες της δόξας του.

Στην πραγματικότητα δεν την ενδιέφερε αυτό καθαυτό το σπίτι. Στην πραγματικότητα ήταν ο πλούτος που ονειρευόταν να αποκτήσει με κάθε τρόπο, και η ζωή που ήθελε να ζήσει.

Μέχρι τώρα είχε γνωρίσει τη μια πλευρά του νομίσματος. Την φτώχεια. Αλλά εκείνη ένοιωθε πως ήταν φτιαγμένη για κάτι άλλο, κι όχι για να χαθεί στην αφάνεια και στην στέρηση. Η μοναδική της φίλη, που η φιλία τους ξεκινούσε από όταν γνωρίστηκαν στην πρώτη τάξη του σχολείου, ήταν κι εκείνη φτωχή αλλά εξοικειωμένη με τη μοίρα της. Ήταν ερωτευμένη με έναν νεαρό μηχανικό αυτοκινήτων.

Περπατούσε στην μέση του έρημου δρόμου, απορροφημένη από τις σκέψεις  της. Ο στριγκός ήχος φρένων και ένα μικρό χτύπημα που ένιωσε την επανέφερε στην πραγματικότητα πολύ δυσάρεστα. Από το αυτοκίνητο που παρουσιάστηκε ξαφνικά από την στροφή του δρόμου, κατέβηκε ένας σοφέρ με στολή, για να τη βοηθήσει. Ευτυχώς το χτύπημα ήταν ελαφρύ και αφέθηκε να την μεταφέρουν στο ιατρείο για σιγουριά. Τα πάντα μύριζαν πολυτέλεια και ο μοναδικός   επιβάτης, ένας καλοντυμένος εξηνταπεντάχρονος  άνδρας, της ζήτησε ευγενικά συγγνώμη και τη ρώτησε πώς νοιώθει.  Το φόρεμα της είχε σκιστεί με αποτέλεσμα να φαίνεται ο καλλίγραμμος νεανικός της μηρός. Δεν έκανε καμία κίνηση να στρώσει το ύφασμα. Δεν την απασχολούσε καν να φανεί αξιοπρεπής. Μέσα στη ζαλάδα της είχε ήδη γοητευθεί από την πολυτέλεια του αυτοκινήτου.

Αφού ήταν καλά επέστρεψε στο σπίτι της. Το ίδιο απόγευμα παρέλαβε ένα πακέτο με ένα φόρεμα τελευταία λέξη της μόδας και με την κάρτα με τα στοιχεία του αποστολέα.

Πολύ γρήγορα ήρθε σε επαφή με τον ηλικιωμένο άντρα για να τον ευχαριστήσει και αποδέχθηκε την πρόσκληση του σε δείπνο. Ο καιρός κύλησε και πλέον ο γέρος που είχε την ηλικία του πατέρα της είχε γίνει ο μόνιμος συνοδός της. Ελεύθερος και πλούσιος γρήγορα κατάλαβε την αγάπη της νεαρής κοπέλας για την άνεση. Κι εκείνος γοητευόταν να έχει μια εικοσάχρονη συνοδό και γιατί όχι και γυναίκα. Όταν τη ζήτησε από τους δικούς της σε γάμο, εκείνοι δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην αποφασιστικότητα της να ζήσει στον πλούτο κι ας ήταν άντρας της ένας σαράντα πέντε  χρόνια μεγαλύτερος στη δύση του. Όλα πωλούνται σε αυτήν την ζωή κι εκείνη διέθετε την ομορφιά και τα νιάτα της που τα πουλούσε στην καλύτερη τιμή. Ο γάμος έγινε γρήγορα, και ο δρόμος για την άνεση άνοιξε μπροστά της. Τα ειρωνικά βλέμματα τα μετέφρασε σε φθόνο. Και όσοι της μίλησαν για αξιοπρέπεια και για έρωτα, τους κούνησε σε χαιρετισμό ένα χέρι που φορούσε ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι χωρίς να κοιτάει αυτούς αλλά το χέρι της. Πράγματι είχε πετύχει καλή τιμή. Θα άντεχε!




13. Η Τρίτη Πράξη...

“Αστυνόμε έχουμε περιστατικό σοβαρό”
“Σ’ Ακούω”
“Θέατρο Εσπέρια, πρέπει να έρθετε ”
“Τι έχουμε”
“Μια ηθοποιός πυροβολήθηκε στη σκηνή”
Έριξα τα ...Γαλλικά μου νωρίς το μεσημέρι.
Δεν πήγαινε καλά η μέρα. Ούτε δύο γουλιές καφές. Κατέβηκα την Αλεξάνδρας .
Περιστατικό σε Θέατρο πρώτη φορά, πυροβολισμός στη σκηνή, η πίεση ανέβαινε.
Ένα τσούρμο υστερικών με κάμερες και μαρκούτσια είχαν ζώσει την πόρτα σαν κομάντος. Το “Εσπέρια” ήταν θέατρο με φήμη.
Μου την έπεσαν λες και τους άρπαξα το πορτοφόλι.
“Αστυνόμε ποιος όπλισε το πιστόλι ; ”
Αυτό που οι δημοσιογράφοι ήξεραν πριν από μένα τα γεγονότα με τρέλανε. Με σβέρκωσε μια ξανθιά χώνοντας το μικρόφωνο στα μούτρα μου. Της έριξα ένα βλέμμα με πρόστυχα υπονοούμενα, έσπρωξα δυο-τρεις και μπήκα στο θέατρο.
Κόσμος, κινητά και πανικός με καλωσόρισαν.
Πήρα στην άκρη τον βοηθό μου.
“Καραλή λέγε”
“Ο θίασος είχε πρόβα. Στην τρίτη πράξη, η πρωταγωνίστρια αυτοκτονεί με πιστόλι...”
“και λοιπόν ;”
“Το πιστόλι ήταν γεμάτο. Πέθανε ακαριαία”
Βλαστήμησα , “ποια είναι ;”
“Η Λιάνα Δεληγιάννη” είπε τρακαρισμένος.
Η μέρα χάλαγε επικίνδυνα. Το θύμα ήταν μια 45άρα καταξιωμένη ηθοποιός.
“Πάμε στη σκηνή”
Πιο μέσα η ατμόσφαιρα κλίμα ήταν βουβή. Πρόσωπα κατηφή, δάκρυα, σκέψεις και πολλά μισόλογα στις γωνίες. Την είδα στη σκηνή γεμάτη αίματα. Στο όμορφο πρόσωπό της είχε απλωθεί το χρώμα του θανάτου.
“Βρες ένα χώρο”
Κάλεσα κόσμο. Και τον Ζώη Καραχάλιο, τον 30χρονο διάσημο Ζεν πρεμιέ, συμπρωταγωνιστής. Δεν είπε κάτι το ουσιώδες.. Του έκανα ακόμα δυο-τρεις ερωτήσεις και τον έδιωξα γιατί έδειχνε αναστατωμένος. Έτσι κι αλλιώς θα είχαμε συνέχεια.
“Αστυνόμε η ενδυματολόγος έξω θέλει να σας δει, είναι αναστατωμένη”
“Φέρτην μέσα”
Μια 50άρα καλοστεκούμενη μπήκε και κάθισε. Ανάσαινε με το ζόρι.
“Ηρεμήστε Κυρία μου, Λέγεστε ;”
“Διονυσία Ευφραιμίδη κύριε. Με τη Λιάνα μας συνέδεε αδελφική φιλία
“Σας ακούω”
“Αυτός την σκότωσε...! ο Καραχάλιος”
Μου σφίχτηκε το στομάχι...
“Την πέταξε σαν σκουπίδι. Τον αγαπούσε χρόνια τώρα. Της τόλεγα δεν με άκουγε. Την χρησιμοποίησε για να ανέβει. Της κατέστρεψε τη ζωή, τάχασε όλα, τον άντρα , τα παιδιά της”
Δεν μ’ άρεσαν οι υστερίες αλλά εδώ το πράγμα αγρίευε.
Η ενδυματολόγος και άλλοι, κατέθεσαν ότι ο Καραχάλιος με την Δεληγιάννη είχαν ερωτική σχέση χρόνια. Τα καλλιτεχνικά στέκια βούιζαν.
Μαζέψαμε καταθέσεις ότι πρόσφατα τσακώθηκαν άγρια. Την απειλούσε. Η Υπόθεση σήκωσε αντάρα και σε αυτές τις περιπτώσεις το σκάνδαλο σε καταστρέφει.
Ο αποθηκάριος κατέθεσε ότι ο Καραχάλιος, κάθε φορά έδινε το πιστόλι στην πρωταγωνίστρια. Εκείνη τη μέρα τον είδε να φέρνει άλλο. Τον κάλεσα ξανά. Στεκόταν μπροστά μου βουβός σαν παραστάτης.
“Γιατί αλλάξατε το όπλο κ. Καραχάλιο” του πέταξα.
Κιτρίνισε. Φόβος απλώθηκε στο πρόσωπό του.
“Δεν εύρισκα το άλλο Αστυνόμε. Θυμήθηκα ένα ξεχασμένο στο καμαρίνι μου και το έφερα ”.
“Νομίζω κ. Καραχάλιο ότι πρέπει να βρείτε έναν καλό δικηγόρο” του είπα.

Μέρες αργότερα η Διονυσία διάβαζε μια επιστολή:

“Λατρεμένη μου φίλη..... μου τα πήρε όλα.... δεν υπάρχω πια... αυτό το γράμμα είναι μόνο για σένα... κάνε ότι νομίζεις... φρόντισα να το πάρεις μετά... τον πληρώνω με το ίδιο νόμισμα. Εγώ έκρυψα το πιστόλι και έβαλα τις σφαίρες στο άλλο...

Να με θυμάσαι. Λιάνα”




Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 1-5 πατήστε εδώ!

Για τις συμμετοχές 14-21 πατήστε εδώ!