Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Μπα-μπούλες


Θυμάμαι τις μπούλες των παιδικών μου χρόνων να προσπαθούν να εισβάλουν στα σπίτια απρόσκλητες και να είναι τόσο τρομακτικές και αστείες ταυτόχρονα που να μην ξέρεις τι να κάνεις.
Να τρομάξεις ή να γελάσεις; 
Τελικά τα γέλια έρχονταν να κοροϊδέψουν το φόβο!

Από όσο μπορώ να ξέρω ουδεμία σχέση είχε το συγκεκριμένο έθιμο με αντίστοιχα πιο οργανωμένα, όπως είναι για παράδειγμα οι μπούλες της Νάουσας.
Αν εκείνο το έθιμο απαιτούσε κι απαιτεί οργάνωση, εδώ το αυθόρμητο και το απρόοπτο γίνονταν οι οδηγοί της τρέλας.

Μπορεί μια μπούλα να μην υποψιάζονταν καν πως θα γίνει μπούλα  κι εκεί που σκόπευε να περάσει τη νύχτα σκαλίζοντας το τζάκι και μετρώντας τα κάρβουνα, να βρίσκονταν ξαφνικά να αλωνίζει τις ρούγες και να παίρνει τις γειτονιές, γδύνοντας σχεδόν τη γιαγιά, που λέει ο λόγος, για να ντυθεί.
Δεν υπήρχε συγκεκριμένο κουστούμι που έπρεπε να φορεθεί, για την ακρίβεια δεν υπήρχαν καν κουστούμια και οι μπούλες φορούσαν ό, τι άρπαζαν απ' τις ντουλάπες και τα σεντούκια, με τα τσεμπέρια και τις ρόμπες να γίνονται ανάρπαστα.
Αν βρίσκονταν και κανένα παλιό νυφικό σε κάποια κασέλα, τότε γίνονταν πραγματικό πανηγύρι!

Αφού έβαζαν "τα τρελά τους" οι μπούλες κι έκρυβαν καλά το πρόσωπό τους, μαζεύονταν σε μπουλούκια και μέσα στα σκοτάδια γύρναγαν από σπίτι σε σπίτι στις γειτονιές κι έπαιζαν το γνωστό παιχνίδι "μάντεψε ποιος", στην πιο αρχέγονη όμως μορφή του.



Αν ήταν επικίνδυνο; Φυσικά και ήταν!
Μην ξανακούσω για αθώες εποχές και κυρίως για αθώους ανθρώπους! 
Πάντα μα πάντα υπήρχαν εκείνοι που άρπαζαν την ευκαιρία να χωθούν στα σπίτια με σκοτεινούς, πονηρούς σκοπούς, και καλό ήταν φυσικά να μην έδιναν οι νοικοκύρηδες πολύ αέρα στους αγνώστους μέχρι τουλάχιστον να τους αναγνωρίσουν και να ξαναγίνουν γνωστοί. Μόνο τότε περνούσαν οι τελευταίοι στα ενδότερα να κεραστούν μεζεδάκια και κρασί!
Αν παρέμεναν άγνωστοι, τα κεράσματα γίνονταν στο πόδι και γρήγορα, με μια αμηχανία που πάλευε να κρυφτεί κάτω από τη διάθεση της γιορτής.
Κάτι σαν το halloween δηλαδή, αλλά με μεγάλους, αντί για παιδιά και αλκοόλ αντί για ζαχαρωτά!

Είδος προς εξαφάνιση είναι πια οι μπούλες, αν και δεν είναι καθόλου απίθανο να συναντήσει κάποιος ένα τέτοιο ανομοιόμορφο, τρομακτικό μπουλούκι, να οδηγείται κάπου πολύ συγκεκριμένα, χωρίς να χτυπά πόρτες, αλλά κάνοντας πάντα τις ανάλογες τρέλες!

Οι μπούλες του τότε, ξαναζωντανεύουν για λίγο σ' αυτά τα μπουλούκια και ο απόηχος των γέλιων καθώς απομακρύνονται με φασαρία στους δρόμους της πόλης, ξυπνάει για λίγο το παιδί μέσα σου που μπερδεμένο ακόμα, δεν ξέρει αν πρέπει να τρομάξει ή να γελάσει. Και γελάς πάλι δυνατά, για να ξορκίσεις το φόβο.

Οι μπαμπούλες του τότε ωστόσο, παραμένουν οι μπαμπούλες του σήμερα!
Αυτοί είναι διαχρονικοί και δεν ανοίγουν σεντούκια για να ντυθούν. Γδύνονται με τα λόγια τους, μασκαρεύονται με τις πράξεις τους.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν πάντα σε μπουλούκια, αλλά είναι τόσο τρομακτικοί που κόβεται το γέλιο μαχαίρι και μένει ο φόβος μοναχά.

Πάντα μα πάντα όμως την αμφιλεγόμενη αποκριά θα ακολουθεί μια Καθαρά Δευτέρα. Και οι φόβοι θα λύνονται για να ανέβουν ψηλά και να εξαφανιστούν στην απεραντοσύνη του ουρανού, να διαλυθούν στον άνεμο και να εξαφανιστούν. Έστω και για λίγο!
Και ο χαρταετός ουράνιο τόξο θα γίνεται και θα κερνάει χρώματα τον κόσμο.
Και τα χρώματα, δύναμη θα γίνονται.
Καλή δύναμη και καλά κούλουμα!

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Το σχέδιο, Κατερίνα Μαλακατέ


"Το σχέδιο" της Κατερίνας Μαλακατέ, είναι ένα βιβλίο που  σε βάζει αμέσως στο ρυθμό του και γρήγορα σε απορροφά εντελώς. Με ζωντανή αφήγηση και εναλλαγές που κρατάνε το ενδιαφέρον αμείωτο, θα σας συμβούλευα να το αρχίσετε όταν θα έχετε χρόνο, γιατί ειλικρινά δε θα μπορείτε να το αφήσετε από τα χέρια σας μέχρι να φτάσετε στην τελευταία σελίδα.


Οι καταστάσεις που περιγράφει είναι σκληρές, πολύ σκληρές. 
Είναι αναμφίβολα μια δυστοπία κι αυτό από μόνο του το κάνει τρομακτικό.
Είναι όμως κι ένα πολιτικό θρίλερ με όλες τις ιδεολογίες  να ανακατεύονται και τα χειρότερα να γίνονται πραγματικότητα. 
Πάνω απ' όλα όμως, κατά την άποψή μου, είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ που φτάνει με ευκολία στα άκρα. 


Ο άνθρωπος γίνεται σκλάβος και μένει υποταγμένος με τη θέλησή του σχεδόν, χωρίς τη χρήση βίας, αν και η απειλή της πείνας είναι μια μορφή της, και ίσως η χειρότερη, αφού μπορεί να επιφέρει τα χειρότερα βασανιστήρια.
Η πορεία που φέρνει τους ανθρώπους ως εδώ, είναι αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος και του πραξικοπήματος των Πέντε Ημερών, όπου ο "Ένας" αναλαμβάνει την εξουσία και όλα γίνονται εφιαλτικά.
Η Αθήνα αρχίζει να καίγεται και στη συνέχεια γίνεται μια ζούγκλα, η επαρχία δεν έχει τρεχούμενο νερό, ρεύμα, φαγητό. Η  έλλειψη ενημέρωσης είναι αβάσταχτη, μα κι επικίνδυνη, μια και κανείς δεν ξέρει τι να πιστέψει και τι όχι, από τις φήμες που κυκλοφορούν.

Ο Χάρης, μεσήλικας συγγραφέας το σκάει για το Παρίσι όταν αρχίζουν να διαφαίνονται τα δύσκολα και είναι και μια νύξη αυτό, για όσους το βάζουν συνήθως στα πόδια για να γλιτώσουν το τομάρι τους, όταν όλα δυσκολεύουν και αυτοαποκαλούνται εξόριστοι για να μην προλάβουν να τους πουν οι άλλοι δειλούς.

Η κόρη του, φτάνει μισοπεθαμένη στο σπίτι του παππού της, σ' ένα ορεινό χωριό κι όταν αναγκάζονται να το εγκαταλείψουν και να βγουν στο δρόμο, είναι η ώρα που θα τεθεί σε εφαρμογή το σχέδιο.

Η ίδια η Κατερίνα λέει για το σχέδιο  στη Βιβλιοθήκη του Πρώτου.:

"Το σχέδιο δεν είναι στην πραγματικότητα μόνο ένα βιβλίο για την κρίση, ούτε στ' αλήθεια μια δυστοπία.
Είναι ένα μυθιστόρημα ιδεών, χαρακτήρων και πλοκής. Είναι ο τρόπος μου να διευρευνήσω πως θα αντιδρούσαν διάφοροι άνθρωποι σε ακραίες καταστάσεις."


Και πραγματικά οι σχέσεις μπαίνουν στο μικροσκόπιο και αναλύονται διεξοδικά.
Η Κατερίνα τις γυρίζει το μέσα έξω και τις τινάζει κυριολεκτικά. Πώς ήταν πριν το κακό, πώς εξελίχτηκαν, πώς τις βλέπουν οι άλλοι, μα κυρίως πώς τις βιώνουν οι ίδιοι οι ήρωες.
Μια χούφτα άνθρωποι που βιώνουν διαφορετικά τις ίδιες καταστάσεις, που αντιλαμβάνονται αλλιώς την αγάπη, που κάποιοι δυσκολεύονται ακόμα και να την αποδεχτούν.
"Η ζωή είναι μια απλή τυχαιότητα.... Είναι μια αλληλουχία συμπτώσεων, αυτό που ορίζει το ποιοι είμαστε δεν μπορεί να μετρηθεί με τίποτε άλλο. Αυτό που λέμε εαυτός  δεν υπάρχει έξω από τα γεγονότα. Κι αυτό που λέμε πραγματικότητα δεν ορίζεται εκτός του εαυτού μας "
Ειλικρινά προσπάθησα να συμπαθήσω τον Χάρη, και ίσως κάποια στιγμή να το κατάφερα για λίγο.
Στην αρχή όμως, με το σνομπισμό του και την ελιτίστικη διάθεσή του, μου ήταν εντελώς αντιπαθής.
Προσπαθούσα να καταλάβω από που πήγαζε όλος αυτός ο ελιτισμός, όταν το μόνο που έβλεπα πάνω του ήταν η απουσία συναισθημάτων, ακόμα και για το ίδιο του το παιδί, και μια καταστροφική πορεία ζωής.
Άραγε το να γράφεις δυο αράδες, να το παίζεις διανοούμενος και να πιστεύεις μάταια πως προσφέρεις σε κάτι, ό, τι κι αν είναι αυτό, σε κάνει ανθρώπινο ον, αν είσαι απογυμνωμένος από αισθήματα; 
Ή για να το θέσω σωστότερα, αν δεν είσαι σε θέση να νιώσεις ούτε τα αυτονόητα, αν κουβαλάς μέσα σου μόνο πίκρα και είσαι ανήμπορος να δεσμευτείς σε οτιδήποτε και με οποιονδήποτε, μπορείς να προσφέρεις ποτέ κάτι ουσιαστικό;

Ίσως τελικά ο πιο συμπαθής χαρακτήρας να μου ήταν ο Νίκος, ο οποιοσδήποτε άστεγος  μετανάστης δηλαδή, που καθόλου εκ του ασφαλούς δεν αφήνει τον τόπο του, που το πληρώνει με το χαμό του παιδιού του που αληθινά αγαπά, και που οι άλλοι αντιμετωπίζουν συνήθως με καχυποψία και φόβο.

Πραγματικά το βιβλίο βάζει τον αναγνώστη σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον, σε ένα περιβάλλον που η απομόνωση δε συντελείται μόνο από τις καταστάσεις, αλλά προϋπήρχε βαθιά μέσα στους ήρωες που μοιάζουν ανίκανοι να διαχειριστούν με σαφήνεια τα αισθήματά τους, που τα μπερδεύουν και τα υπεραναλύουν βαπτίζοντάς τα συνεχώς με άλλα ονόματα, στην προσπάθειά τους να τα αποδομήσουν, ή και να τα ξεπεράσουν, κι αυτό ίσως είναι το πιο τρομακτικό απ' όλα.



Το σχέδιο της Κατερίνας Μαλακατέ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις μελάνι.

Την Κατερίνα μπορείτε να τη βρείτε και στο blog της "Διαβάζοντας" .

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Το κόκκινο νυφικό (συλλογικό διήγημα)


Κεφάλαιο 7 
Απρόσμενες επισκέψεις

Η Βέρα ξύπνησε με τη διάθεσή της να συναγωνίζεται τη μέρα που είχε ξημερώσει.
Ομιχλώδης, θολή και ταραγμένη σαν το τοπίο που πνίγονταν θαρρείς στο κλάμα κι ήταν σα να θρηνούσε κάτι άπιαστο.
Πόσο θα ήθελε κι εκείνη να κλάψει. Να μείνει στο κρεβάτι και να βουλιάξει στον πόνο της. Να πνιγεί από τα αναφιλητά της, να παρασυρθεί...τινάχτηκε αλαφιασμένη κι ανατρίχιασε σύγκορμη..
Τι παράξενο να σκέφτεται αυτές ακριβώς τις λέξεις όταν η προηγούμενη κυρία του σπιτιού είχε χαθεί με τον τρόπο που χάθηκε...
Κούνησε το κεφάλι της να διώξει τις μακάβριες σκέψεις και σκέφτηκε πόσο την ενόχλησε, που ο άντρας της φυγάδευσε με τέτοιο τρόπο, και τόσο γρήγορα τον γιο της.
Ναι, τον γιο της. Μόνο έτσι τον σκέφτονταν η Βέρα. Άλλωστε εκείνος είχε την κόρη του. 
Χθες βράδυ, ήταν η πρώτη φορά από τότε που γεννήθηκε, που  η Βέρα δεν έβαλε το παιδί της για ύπνο κι ένιωθε ξαφνικά σα να είχε χάσει όλες της τις σταθερές. 
Κι όμως ακόμα και χωρίς αυτές, προσπάθησε να λειτουργήσει όπως συνήθως, και όταν δεν άντεξε άλλο προφασίστηκε πονοκέφαλο κι ανέβηκε πάλι στο δωμάτιό της.
Όχι πως είχε και πολλά να κάνει εκεί κάτω. 
Η Μις Σάλι είχε αναλάβει τα πάντα από πριν ακόμα έρθει εκείνη εδώ, και ποτέ δεν της άφησε ένα μικρό περιθώριο, μια χαραμάδα έστω, για να καταφέρει να εισχωρήσει κι εκείνη στην καθημερινότητα του σπιτιού.

Σκέφτηκε όλες τις προσπάθειες που έκανε όταν πρωτοήρθε, να ζωντανέψει λίγο το σπίτι, να τραβήξει τις σκιές που το σκέπαζαν, να το κάνει να μοιάζει με σπιτικό
Όλες είχαν πέσει στο κενό και το σπίτι ακόμα πενθούσε αυτό που ποτέ δε θα γίνονταν. 
Ακόμα δεν μπορούσε να πει αν το σπίτι ήταν καταραμένο, ή οι άνθρωποί του. 
Κι εκείνη; Εκείνη τι ήταν; Ποια ήταν;
Η διάθεσή της για ζωή παρερμηνεύτηκε γρήγορα ως ματαιοδοξία και ο φόβος που την κατέκλυζε σιγά σιγά, την έσφιγγε όλο και περισσότερο σαν μια αόρατη μέγγενη, κάνοντάς την διαρκώς να παίρνει λάθος αποφάσεις.

Δεν έπρεπε να πει στον άντρα της πως είχε δει τον Τσαρλς να μιλάει στην Άλις. Φοβήθηκε όμως, πως η προγονή της θα του μετέδιδε αυτό που την βασάνιζε και την έκανε να φωνάζει τις νύχτες. 
"Εκείνος όμως, τι στην ευχή φοβήθηκε και βιάστηκε να απομακρύνει το παιδί μου;". Η σκέψη ήρθε απροειδοποίητα και η Βέρα ανατρίχιασε πάλι, χωρίς προφανή λόγο.

Τι ανόητη που ήταν στα αλήθεια. Τόσα χρόνια  τα μυστήρια την κύκλωναν, χωρίς εκείνη να μπορεί να ξεδιαλύνει ούτε ένα. Ήταν πεπεισμένη, πως ακόμα κι ο Τσαρλς είχε καταλάβει περισσότερα από εκείνη.
Διαισθανόταν το λόγο που η Άλις την έβλεπε σαν εχθρό. Αυτό που δεν μπορούσε να κατανοήσει ήταν γατί η ίδια τη φοβόταν τόσο πολύ, ενώ θα έπρεπε μόνο να τη λυπάται.
Η Βέρα καταλάβαινε πια πως μόνο ένα μπορούσε να κάνει.
Αποφασισμένη για όλα και προετοιμασμένη καθώς νόμιζε ακόμα και για το χειρότερο, βγήκε από το δωμάτιο.


https://www.pinterest.com/pin/575686764838801073/

Τα βήματα πλησίαζαν. 
Η Άλις έφερε το χέρι στο λαιμό τρομαγμένη. 
Κοίταξε με αγωνία γύρω της, αλλά μια προσπάθεια να κρυφτεί θα ήταν μάταιη. 
Έκανε το αμέσως καλύτερο. Σκέπασε βιαστικά τους πίνακες που είχε ανακαλύψει κι ευχήθηκε αυτός που θα έμπαινε να μην πρόσεχε την καινούρια θέση τους.
Τα βήματα σταμάτησαν έξω από την πόρτα. Όχι...σταμάτησαν πιο κάτω. Ένα τρίξιμο την έκανε να τιναχτεί, μα η πόρτα παρέμεινε κλειστή.
Το τρίξιμο ακούστηκε μία φορά ακόμα και μετά ησυχία.
Δεν ήξερε τι να υποθέσει, αλλά δεν είχε σκοπό να χάσει το χρόνο της με υποθέσεις. Τακτοποίησε τους παράξενους πίνακες στην αρχική τους θέση, πήρε μια δυο βαθιές ανάσες για να ανακτήσει όσο μπορούσε την αυτοκυριαρχία της κι άνοιξε την πόρτα με την καρδιά της να χτυπάει ακανόνιστα.
Έπιασε την κοιλιά της σα να ήθελε να προστατέψει το έμβρυο που μεγάλωνε μέσα της και κατέβηκε τη σκάλα προς το δωμάτιό της, με κλονισμένα ακόμα από την αγωνία βήματα.

"Αλήθεια Άλις τι πραγματικά σε τρόμαξε τόσο πολύ;" , ρώτησε τον εαυτό της, μα μέχρι να επεξεργαστεί την απάντηση έφτασε στην προέκταση που κάποτε οδηγούσε στο δώμα.
Στο τελευταίο σκαλί κάτι τράβηξε την προσοχή της. Σίγουρα δεν ήταν εκεί νωρίτερα. 
Κοίταξε προς το δώμα και τα αγαλματίδια της αντιγύρισαν αδιάφορα, παγωμένα βλέμματα. 
"Πόσο παράταιρα μοιάζουν αυτά τα πορσελάνινα διακοσμητικά ανάμεσά τους, σα να μπήκαν κατά λάθος", συλλογίστηκε χωρίς νόημα, όταν ένας ήχος σαν βήξιμο την έκανε να μαζέψει το φουστάνι της όπως όπως, και να βιαστεί. 
Μια σκέψη την έκανε να κοντοσταθεί, να γυρίσει πίσω και να πάρει το αντικείμενο που της τράβηξε την προσοχή.
Μπήκε στο δωμάτιό της, έκλεισε την πόρτα κι ακούμπησε πάνω της.
Κρατούσε σφιχτά και με τα δυο της χέρια το χαρτί που μάζεψε πριν λίγο και προσπαθούσε να ανακτήσει την ψυχραιμία της, όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Άρπαξε βιαστικά ένα βιβλίο, έκρυψε μέσα το χαρτί, κάθισε στην πιο κοντινή πολυθρόνα και όσο μπορούσε πιο φυσιολογικά απάντησε.

Η πόρτα άνοιξε και η Βέρα κρατώντας ένα δίσκο, μπήκε στο δωμάτιό της, σαν να ήταν κάτι που το έκανε κάθε μέρα.
Η Άλις την κοίταξε παραξενεμένη. Η Βέρα φαίνονταν  άυπνη αν μπορούσε να κρίνει από την κούραση που φώλιαζε στα μάτια της. Όπως την παρατηρούσε διέκρινε κάτι ακόμα στο βλέμμα της που την έκανε να σφιχτεί.
Η Βέρα ακούμπησε το δίσκο στο χαμηλό τραπεζάκι, κάθισε στην άλλη πολυθρόνα, πήρε το τσαγιερό κι άρχισε να σερβίρει το τσάι στα λεπτεπίλεπτα φλιτζάνια χωρίς να πει κουβέντα.
Η Άλις ψαχούλεψε την άκρη του χαρτιού που προεξείχε από το βιβλίο κι ένιωσε τα δάχτυλά της να μυρμηγκιάζουν.
Κοίταξε τη Βέρα με απορία, άνοιξε το στόμα να μιλήσει, μα άλλαξε γνώμη και πειθήνια άπλωσε το χέρι, που πριν λίγο ψαχούλευε το χαρτί, για να πάρει το φλιτζάνι που εκείνη της έτεινε.

https://www.pinterest.com/pin/575686764838801073/

Ο ψηλός άντρας μπήκε στο γραφείο του Χέρμπερτ έβγαλε το καπέλο του και τον χαιρέτισε με μάλλον υπεροπτικό τρόπο.
Στηρίχτηκε στο μπαστούνι του και κοίταξε γύρω του αδιάκριτα.
Ο Χέρμπερτ τον κοίταξε, πασχίζοντας να μην προδώσει η έκφρασή του την περιέργεια, αλλά και το θυμό που είχε αρχίσει να φουντώνει μέσα του για την παράξενη αυτή επίσκεψη, αλλά και την ακατανόητη συμπεριφορά.
Κούνησε το κεφάλι του σε χαιρετισμό κι έδειξε στον επισκέπτη την καρέκλα μπροστά στο γραφείο.
Εκείνος παρέμεινε όρθιος.
Μια ερώτηση ήρθε αναπάντεχη να θρυμματίσει την αμήχανη σιωπή που ακολούθησε, ταράζοντας την ψεύτικη ηρεμία, σαν την πέτρα που ρίχνει ένα χέρι στη λίμνη για να σπάσει τη γαλήνη των νερών της, να δημιουργήσει δίνη που ανοίγει συνεχώς τους κύκλους της προς τα έξω, ώσπου να ανασαλευτεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιφάνεια.
"Κύριε, πόσο βέβαιος είστε αλήθεια, ότι είναι καλή ιδέα να νυμφευτείτε την προγονή της αδερφής σας, την κόρη αυτού του αχρείου που διάλεξε η αδερφή σας για άντρα;"
Ο Χέρμπερτ ένιωσε τη δίνη που απλώνονταν γύρω του να τον ρουφάει. 

 https://iso.500px.com/danny-richardson-i-went-from-taking-photos-to-making-art/

Το Κόκκινο Νυφικό, είναι ένα συλλογικό διήγημα που γράφεται από 12 bloggers.
Τις συνέχειες που προηγήθηκαν μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ:

 Μαριλένα : marilenaspotofart
Αριστέα: princess-airis
Μαριάννα: onirokosmos-art
Πέτρα:pistos-petra
ΜαρίαΚανελλάκη: toapagio
ΜαρίαΝικολάου: tokeimeno

Συμμετέχουν οι:

Αριστέα από http://princess-airis.blogspot.gr/
Μαριάννα από https://onirokosmos-art.blogspot.gr/
Μαρία Κανελλάκη από http://toapagio.blogspot.gr/
Μαρία Νικολάου από http://tokeimeno.blogspot.gr/
Γιάννης από http://idipoton.pblogs.gr/
Αλεξάνδρα από http://abuttononthemoon.blogspot.gr/

Η σκυτάλη περνάει από τα χέρια μου στα χέρια του Γιάννη και του εύχομαι καλή συνέχεια!


Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Το αίνιγμα της κερασόπιτας, Βάσια Ακαρέπη

"...Στον έρωτα, όπως και στα γλυκά, δεν είναι η ζάχαρη που δίνει χαρακτήρα στη γεύση, μα τα υπόλοιπα υλικά. Η πικράδα του αμύγδαλου, η σπιρτάδα του πορτοκαλιού, το χρώμα του κερασιού, το άρωμα της βανίλιας και σίγουρα η φλόγα..."

Έτσι και τα βιβλία, για να αποκτήσουν χαρακτήρα και να κρατήσουν σε ομηρία τον αναγνώστη με την πλοκή τους, έχουν ανάγκη από πολλά "υλικά".
Σίγουρα από "Το αίνιγμα της κερασόπιτας" δε λείπει κανένα.
Η πικράδα που μπορεί να έχει η ζωή, μπλέκεται με το άρωμα της αγάπης, καίγεται από τη φλόγα του έρωτα, έχει τη σπιρτάδα της έμπνευσης, και σίγουρα σε αυτή την περίπτωση παίρνει το χρώμα του κερασιού που κρύβεται στα αινίγματα.

Η Βάσια Ακαρέπη απέδειξε, πως γνωρίζει πολύ καλά τις σωστές δόσεις των "υλικών" και με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο δημιουργεί εξαιρετική μυθοπλασία που έχει τη δύναμη να μαγέψει τις αισθήσεις και ταυτόχρονα το θάρρος να διαπραγματευτεί με τις πιο σκληρές καταστάσεις, χωρίς να χάνει στιγμή την ικανότητα να κρατάει τον αναγνώστη αιχμάλωτο ακόμα και μετά το τέλος της.


"...Όταν τα γεγονότα αναλαμβάνουν να οδηγήσουν τα βήματα του ανθρώπου προς μία κατεύθυνση, τότε η σκέψη παύει. Θολώνει.


Κι όταν τα χρόνια περάσουν, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των επιλογών και των επιβεβλημένων αποφάσεων χάνεται εντελώς. Τα όρια μπαίνουν εκ νέου. Κι έτσι ο άνθρωπος δεν θυμάται πια που σταματούσε η προσωπική επιλογή και από που άρχιζε ο εξαναγκασμός των καταστάσεων...."
Η ζωή είναι απρόβλεπτη και μπορεί να φτιάξει ένα ξεχωριστό σενάριο για τον καθένα μας. Δεν είναι λίγες οι φορές όμως που επαναλαμβάνει τα ίδια μοτίβα, λες και θέλει να δοκιμάσει σε διαφορετικούς ανθρώπους την ίδια συνταγή.
Η Έλλη χωρίς να το γνωρίζει έχει ένα κοινό με τη θεία της, που έχει να δει από μικρό παιδί.
Κι όταν αποφασίζει να αλλάξει το συγκεκριμένο μοτίβο που καθόλου δεν την καλύπτει, συνειδητοποιεί πως για να δημιουργήσει τη ζωή της εκ νέου, πρέπει να αλλάξει και τη συνταγή.
Τότε ακριβώς, μια κληρονομιά που έρχεται αναπάντεχα, μοιάζει να φτάνει στην πιο κατάλληλη στιγμή.

Όλα περιπλέκονται όταν ανακαλύπτει πως πίσω της κρύβονται κι άλλα πράγματα, κυρίως το παρελθόν, που μοιάζει να έρχεται με φόρα για να φανερώσει μυστικά, να ξεδιαλύνει καταστάσεις και να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους θέση. ακόμα και να αποκαταστήσει σχέσεις, έστω και μετά θάνατον.
Ένα τετράδιο με συνταγές γλυκών και το πιο παράδοξο παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού, τη φέρνουν στην Κεφαλονιά, για να παρασκευάσει τη γιορτινή κερασόπιτα της θείας Μάρθας.
Μια παράξενη τελευταία επιθυμία  που η Έλλη δεν ξέρει καν αν θέλει να πραγματοποιήσει και να τιμήσει έτσι τη μνήμη της γυναίκας που όλα δείχνουν ότι προσπάθησε κάποτε να τη δηλητηριάσει.
Το μίσος μπλέκεται με τις τρυφερές αναμνήσεις που ξυπνά μέσα της το νησί και χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, αρχίζει να παίρνει μέρος στο παιχνίδι και προσπαθεί να λύσει τους μυστήριους γρίφους που περιέχουν οι συνταγές του τετραδίου. 

Κάθε συνταγή τη φέρνει κοντά σε ένα πρόσωπο και κάθε πρόσωπο ξεκλειδώνει κάτι μέσα της, τα αινίγματα όμως παραμένουν.
Αυτό που ωστόσο μαθαίνει καλά, μέσα από τη διαδικασία της παρασκευής των γλυκών, είναι τα κρυφά συστατικά που δεν αναγράφονται σε καμιά συνταγή και είναι εκείνα που δίνουν τη γεύση, αλλά κυρίως την ποιότητα στις ανθρώπινες σχέσεις.

Κι όσο η Έλλη ζει το παρόν ανακαλύπτοντας τη γλύκα στα κρυφά αυτά συστατικά, τόσο το παρελθόν που στοιχειώνει την ίδια, καθώς και τις ζωές πολλών άλλων, αρχίζει να αναδύεται στη μνήμη της, φέρνοντας την πίκρα.
Με τη βοήθεια των φίλων που αποκτά σταδιακά και τις δικές τους αναμνήσεις οι αλήθειες αρχίζουν σιγά σιγά να αποκρυπτογραφούνται και οι γρίφοι να λύνονται.
Το ερώτημα όμως είναι πόσα μπορεί τελικά η ψυχή του καθένα τους να αντέξει.
...Η μνήμη! Η πιο μαγική λειτουργία του νου. Καταγράφει πληροφορίες κι ύστερα τις ταξινομεί με βάση αυτά που η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να αντέξει...
Η ζωή δεν παύει να δίνει τις δικές της συνταγές που δεν είναι πάντα γλυκές και οι ήρωες παλεύουν με τον εαυτό τους διαρκώς, καθώς καλούνται να ξεπεράσουν όσα τους πληγώνουν, όσα τους χωρίζουν, ακόμα και όσα νομίζουν πως γνωρίζουν καλά.


Το αίνιγμα της κερασόπιτας έχει μια δυναμική που εύκολα συνεπαίρνει τον αναγνώστη. 
Η ιστορία από μόνη της είναι συναρπαστική, οι ήρωες κινούνται σχεδόν σε όλα τα φάσματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ενώ η πλοκή δένεται με απόλυτη μαεστρία, χωρίς να χάνει ούτε στιγμή το ρυθμό της. 

Έχει όμως ένα ακόμα συστατικό που το κάνει να ξεχωρίζει και είναι η πρωτότυπη, όσο κι ευρηματική δομή του που στηρίζεται πάνω στη ζάχαρη για να δείξει την πίκρα και στις συνταγές των γλυκών για να λύσει τους γρίφους και τα αινίγματα που βάζει η ίδια η ζωή. 

Ο τόπος που διαδραματίζεται η ιστορία, για μένα προσωπικά, είναι ακόμη ένα μαγικό συστατικό του βιβλίου, μια κι έχοντας ζήσει στην Κεφαλονιά για χρόνια, ακολούθησα τα χνάρια των ηρώων με τη σιγουριά πως κάθε τους βήμα θα με ταξιδέψει στα πιο αγαπημένα μου μέρη.





"Το αίνιγμα της κερασόπιτας", της Βάσιας Ακαρέπη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.





Η Βάσια στο blog της "Vasia is writing . . ." θέτει τα παρακάτω ερωτήματα που πραγματικά μας βάζουν σε πολλές σκέψεις. Αν θέλετε να τα απαντήσετε, ή να θέσετε κι άλλα στη συγγραφέα, την Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου, μπορείτε να τη συναντήσετε στην κεντρική παρουσίαση του βιβλίου.
"Εσείς τί λέτε;
Μπορούν να ζητήσουν συγγνώμη οι νεκροί;
Πόσο συνδεδεμένοι είμαστε τελικά όλοι μεταξύ μας σε αυτό το παιχνίδι του χαμένου θησαυρού που παίζουμε καθημερινά, αιώνες τώρα και που ονομάζουμε -χάριν συντομίας- ζωή;
Και η ζάχαρη; Το κέρασμα; Τα γλυκά; Οι γιορτές μας; Οι κερασόπιτες; Όλα αυτά που μας δίνουν χαρά και ευφραίνουν την καρδιά μας; Ποιος είναι ο ρόλος τους μέσα στην ύπαρξη μας; Μήπως λειτουργούν ως εξισορροπιστικοί παράγοντες, γλυκαίνοντας την πίκρα;"