Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Παίζοντας με τις λέξεις #11 (Συμμετοχές 12- 18)


12. Εγώ ο άνθρωπος!

 Ένοιωθα την αχλή του πρωινού να μου δροσίζει τα μάγουλα και τα υγρά χόρτα έβρεχαν τις άκρες από τα μπατζάκια του παντελονιού μου.

Μου άρεσε το πρωινό. Κι ας ήταν ελαφρά ομιχλώδες και υγρό.  Μου άρεσε να τρέχω κατά μήκος στο πράσινο χαλί και έπειτα να παίρνω το κατηφορικό δρομάκι που έβγαζε στην άκρη του ποταμού.

Εκεί που τα νερά έτρεχαν ορμητικά ακολουθώντας την πορεία τους χωρίς να κοιτάζουν πίσω. Μια αέναη ροή που την παρακολουθούσα σαν υπνωτισμένη καλωσορίζοντας το ξημέρωμα της καινούργιας μέρας.

Έγειρα πάνω στο βράχο στην άκρια και τον αγκάλιασα σαν να ήθελα να τον ξεριζώσω από τη θέση του.

‘’Ε… άκουσα μια φωνή απ’ τη μεριά του βράχου. Μάταια προσπαθείς να με κινήσεις. Είναι γερές οι ρίζες μου στη γη και είμαι τόσο δυνατός σε σύγκριση με το αδύναμο κορμί σου.’’

‘’Θέλω κι εγώ να είμαι σαν και σένα. Αυτό θα θέλει πολλή προσπάθεια ε; Θέλω να είμαι δυνατή. Να έχω κι εγώ βαθιές ρίζες και να μη μπορεί να με νικήσει τίποτα.’’

‘’Ναι είναι σωστό   να είσαι σταθερός. Μα πάλι πρέπει να προσέχεις. Γιατί όλοι έχουμε τις αδυναμίες μας. Ποτέ δεν πρέπει να είσαι υπερόπτης απέναντι σε άλλες δυνάμεις. Ας πούμε εγώ δεν υποτιμώ την δύναμη του νερού.’’

‘’Πώς είναι δυνατό να σε νικήσει κάτι που δεν έχει μάζα; Το πιάνω και φεύγει από τα δάχτυλα μου.’’

‘’Γιατί έχει υπομονή και επιμονή. Κι εγώ έχω το μειονέκτημα πως είμαι ακίνητος στην ίδια θέση. Εκείνο με χτυπάει πάντα στο ίδιο σημείο ακούραστα. Και σιγά-σιγά με διαβρώνει και με συρρικνώνει.’’

‘’Τότε θέλω να έχω την δύναμη σου, την υπομονή και την επιμονή του νερού που δεν έχει κανένα εμπόδιο.’’

‘’Μη νομίσεις πως εγώ δεν βρίσκω εμπόδια, είπε το νερό. Πολλές φορές δέντρα που πέφτουν μου κλείνουν τον δρόμο και δεν μπορώ να προχωρήσω. Κι επίσης ένα μέρος μου εξατμίζεται από την ζέστα του ήλιου.’’

‘’Θέλω τότε και το θάρρος του δέντρου που ρίχνεται στα ορμητικά νερά και τους κλείνει τον δρόμο. Θέλω να γίνω,  βράχος, ορμητικό νερό και ένα περήφανο δέντρο.’’

Ξαφνικά ακούστηκε μια αργή βαθιά γέρικη φωνή. Ήταν η φωνή του Ήλιου.

‘’Γιατί θέλεις να γίνεις βράχος, νερό ή δέντρο; Όλα αυτά έχουν ιδιότητες καθορισμένες από τη  φύση. Εσύ έχεις κάτι που αυτά δεν έχουν. 
Έχεις καρδιά! 
Μια ζεστή καρδιά και ένα έξυπνο μυαλό.
 Μπορείς με αυτά τα δύο, να χειριστείς τον άνεμο, το νερό, να κινήσεις βράχους, να νικήσεις φράχτες με  συρματόσχοινα.
 Έχεις τις πιο βαθιές ρίζες. Και με μόνο οδηγό την αγάπη, μπορείς αν θέλεις να κάνεις με σεβασμό έναν καλύτερο κόσμο.
 Τα δέντρα να ανθίζουν, και τα καθάρια νερά να κυλάνε δίπλα σε σπίτια που στα κεραμίδια τους κάνουν φωλιές τα πουλιά με ασφάλεια.
 Είσαι ο άνθρωπος!
 Αυτός που μπορεί να αντιμετωπίσει  όλες τις εποχές προς όφελός του. Αρκεί πάντα να έχεις οδηγό την καρδιά σου και η ζωή σου θα είναι γεμάτη δημιουργία,  δύναμη και χαρά. Ευτυχία και ομόνοια.’’

Γέλασα δυνατά. Μα ναι! Όλα τα μπορώ αρκεί να θέλω. Και χαρούμενη πήρα το δρόμο του γυρισμού. Είμαι ο άνθρωπος!




13.Ταξίδι με το αυτοκίνητο

Αν μου ζητούσε κάποιος να του πω πως θα ήθελα να ταξιδεύω για το υπόλοιπο της ζωής μου, θα του έλεγα σίγουρα με αυτοκίνητο. Αυτή η αίσθηση του να βρίσκομαι στην εθνική και να ανοίγεται μπροστά μου ο δρόμος, πάντα με γέμιζε με ελευθερία.
Η ανυπομονησία μου πριν από κάθε ταξίδι, είναι τέτοια που δε με αφήνει να κοιμηθώ πολύ. Έτσι πάντα, ξεκινώ γύρω στις πέντε, διανύοντας χιλιόμετρα, αντικρύζοντας τοπία, κυνηγώντας το ξημέρωμα. Πριν όμως αρχίσω το ταξίδι μου, αφήνω κάθε φόβο, κάθε προβληματισμό να γίνει πουλί και να σταθεί πάνω στα συρματόσχοινα που αφήνω πίσω μου, να είναι η ψυχή μου ελεύθερη να υποδεχτεί νέα συναισθήματα, εικόνες, μυρωδιές, καινούριες εμπειρίες, γνωριμίες, ελεύθερη να φτιάξει αναμνήσεις!
Οι βράχοι που έχουν σμιλευτεί από το χρόνο και τα δέντρα που ξεχύνονται όσο το αμάξι προχωρά, με κάνουν να σκέφτομαι, πόσο όμορφος είναι ο κόσμος στις πιο απλές εικόνες του και για εμάς καμιά φορά, πιο συχνά από ότι θα έπρεπε, αυτές οι εικόνες περνούν απαρατήρητες. Και εκείνα τα σημεία του δρόμου, τυλιγμένα στην ομίχλη, ξέρεις κάποιους τους φοβίζουν, μα για εμένα το πέρασμα μου μέσα από την πρωινή αχλή, είναι σαν ένα φανταστικό όριο ανάμεσα στην καθημερινότητα και την περιπέτεια και γι’ αυτό αν και τα προσέχω, τα αγαπώ!
Σε κάποιο σημείο του δρόμου, πάντα η εκτέλεση του Θηβαίου θα ξεπηδά από το μαγνητόφωνο, να με συντροφεύει: «Δεν έκανα ταξίδια μακρινά, τα χρόνια μου είχαν ρίζες ήταν δέντρα…», μα και να μου θυμίζει πως είναι υπέροχα τα νοητά ταξίδια και πολλές φορές αναγκαία, μα τα αληθινά, αυτά που τα ζεις με καλή παρέα ή και μόνος σου, έχουν μια ξεχωριστή ομορφιά και ανεκτίμητη αξία και πρέπει να τα επιδιώκουμε.
Ως επίλογο, σαν υπενθύμιση στον εαυτό μου, θα μοιραστώ ένα απόφθεγμα της Σούζαν Σόνταγκ: «Δεν έχω ταξιδέψει παντού. Μα είναι στα σχέδια μου!».



14. Η Φυγή

Η Χρύσα κοίταξε το τεστ εγκυμοσύνης και αυθόρμητα πήγε να τρέξει προς την κουζίνα που ήταν ο Τάκης και έπινε τον καφέ του για να του αναγγείλει τα ευχάριστα νέα. Την τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε.  «Όχι δεν λέγονται αυτά έτσι απλά, σκέφτηκε. Θα ετοιμάσω το βράδυ ένα ρομαντικό δείπνο και εκεί θα του πω αυτό που θα ολοκληρώσει την ευτυχία μας, άλλωστε τώρα πρέπει να φύγουμε γρήγορα ο καθένας για την δουλειά του». Έκρυψε το τεστ στο ντουλαπάκι του μπάνιου με τα καλλυντικά της και ετοιμάστηκε για την δουλειά.

Έφυγε πρώτη λέγοντάς του ότι το βράδυ του είχε μια έκπληξη. Όλη την ημέρα στη δουλειά ήταν πολύ χαρούμενη και ανυπομονούσε να έρθει το βράδυ να χωθεί στην αγκαλιά του  και να του πει τα ευχάριστα νέα.

Το ρομαντικό δείπνο είχε από ώρα ετοιμαστεί και εκείνη έτοιμη και λαμπερή τον περίμενε, όμως ο Τάκης απόψε άργησε πέραν του συνηθισμένου. Τον πήρε τηλέφωνο, το κινητό του ήταν κλειστό, του έστειλε μήνυμα αλλά δεν πήρε απάντηση. Νόμισε ότι θα έμπλεξε με φίλους και πήρε δυο τρεις τηλέφωνο για να δει αν ήταν μαζί τους. Τίποτα. Άρχισε να σκέφτεται ότι κάτι του συνέβη και ένιωσε τα πόδια της να μην την βαστούν. Κάθισε για λίγο στον καναπέ και τότε είδε το γράμμα πάνω στο τραπεζάκι. Το άνοιξε σίγουρη ότι της έγραφε πως θα αργούσε και αυτή η κουτή έβαλε τόσα κακά με το νου της.

«Χρύσα

Ψάχνοντας για τις μπατονέτες στο ντουλαπάκι σου ανακάλυψα την έκπληξη που μου ετοίμαζες. Ξέρεις μου ήρθε ξαφνικό, δεν είμαι έτοιμος για τέτοιου είδους δεσμεύσεις, δεν είμαι για γάμους και κουτσούβελα, έχω να κοιτάξω και την καριέρα μου. Δεν λέω θα μπορούσαμε θα κάνουμε οικογένεια μαζί κάποια στιγμή, αλλά όχι τώρα… καταλαβαίνεις… δεν είμαι έτοιμος και καλό είναι και εσύ να κοιτάξεις την καριέρα σου και να αφήσεις τις σκέψεις για κουτσούβελα».

Το γράμμα της έπεσε από τα χέρια και σαν τρελή όρμησε στο δρόμο, ήθελε να φύγει όσο το δυνατόν μακριά από το σπίτι που εδώ και ένα χρόνο στέγαζε την ευτυχία της και τώρα ένιωθε πως οι τοίχοι του μετακινούνταν έτοιμοι να την συνθλίψουν. Μπήκε στο αμάξι της και πήρε ένα δρόμο.  Ούτε ήξερε που πήγαινε. Σύντομα απομακρύνθηκε από την πόλη. Οι σκέψεις της θολές, όπως η αχλή που όσο πήγαινε και γινόταν πιο πυκνή κάνοντας την ορατότητα δύσκολη. Απορροφημένη στις μαύρες σκέψεις της δεν πρόσεξε την στροφή και βρέθηκε στο κενό.

Σαν σε όνειρο άκουσε μια φωνή να λέει «Είναι ζωντανή, κατεβάστε γρήγορα το συρματόσχοινο να δέσουμε το αυτοκίνητο, γιατί δεν θα αντέξει για πολύ ακόμα ο βράχος που το συγκρατεί και από κάτω είναι άβυσσος». Λιποθύμησε…

Το ξημέρωμα την βρήκε στο νοσοκομείο με ένα κολάρο και μερικά ράμματα στο κεφάλι και το αριστερό χέρι στον γύψο. Ενστικτωδώς έφερε το χέρι στην κοιλιά της. «Ησύχασε είναι καλά», της είπε χαμογελώντας η νοσοκόμα που ήταν δίπλα της.

«Θεέ μου σ’ ευχαριστώ, προσευχήθηκε η Χρύσα, αφού με βοήθησες να ζήσω, βοήθησε με να γίνω μία καλή μητέρα και πατέρας μαζί για το μωρό μου».



15. Ξημερώματα.

Έκλεισα τα μάτια.
Περπάτησα στην αχλή του δρόμου.
Ψαχούλεψα για τ’ ακροδάχτυλα σου.
Τα βρήκα.
Αρχίσαμε να περπατάμε.
Με τ’ ακροδάχτυλα μας
να φλερτάρουν όλη νύχτα.
Χωρίς ντροπή.

Κάποτε φτάσαμε στο τέρμα.
Γείραμε σε κάτι που έμοιαζε με βράχο.
Άγριο βράχο.
Έκανε κρύο.
Άνοιξα τα μάτια.
Δεν ήταν κανείς εκεί.
Κοίταξα τα χέρια μου.
Τ’ ακροδάχτυλα μου έκαιγαν.
Κι έχυναν κόκκινες στάλες.
Στα πόδια μου ένα συρματόσχοινο.
Το έγλυφε ένα κύμα.
Κι έπαιρνε στα βαθιά
κόκκινες στάλες απ’ το αίμα μου.



φωτογραφία: http://sinistronzi.tumblr.com/

16. Οι αναμνήσεις μιας σερβάντας

  • Πήρες το χάπι της πίεσης;
  • Το πήρα.
  • Πάω να φέρω το γιαουρτάκι μας… μα τι κοιτάς τόση ώρα στη σερβάντα χριστιανέ μου;
  • Τη φωτογραφία του γάμου μας… θυμάσαι ρε Χαρικλάκι;
  • Ξεχνιούνται αυτά μωρέ Θόδωρε;
  • Τα ξεθωριάζει λίγο η αχλή του χρόνου, μα εμείς αφήκαμε τις υποθήκες μας Χαρικλάκι μου… θυμάσαι που σε κρυφοκοίταζα κάθε πρωί στο παραθύρι σας κι αγκομαχούσα σαν το γκαζοζέν στο Χασάνι;
  • Εμ, γιατί νομίζεις πως στηνόμουν σα θαλαμοφύλακας πίσω απ’ την κουρτίνα; Περίμενα να φανείς στην άκρη του δρόμου, με τις μπατανόβουρτσες και τους τενεκέδες με τους ασβέστες…θυμάσαι το χάρτινο καπέλο που’χες φτιαγμένο μ’ εφημερίδες;
  • Και με παίρνει πρέφα ο γέρος σου μια μέρα και μ’ αρχίζει στο κυνήγι… «Ρε σατανά, με το Ρίζο στο κεφάλι κυκλοφορείς;…ρε να μας κάψεις θέλεις;…πανάθεμά σε!»
  • Σ’ εκτιμούσε ο σχωρεμένος…μα τι νά’κανε; Έτρεμε τη σκιά του ο φουκαράς… παντού χαφιέδες στη γειτονιά, σαν τις κατσαρίδες βγαίνανε απ’ τα λαγούμια τους οι άτιμοι…
  • Δεν στο’χα πει τότε να μην σε πικράνω, μα τον έπιασα ένα ξημέρωμα στο καρβουνιάρικο του Πολυχρόνη και τον φοβέρισα πως αν δεν σε πάρω, θα πέσω απ’ το βράχο στ’ Ασβεστοκάμινα και το κρίμα στο λαιμό του!
  • Κι εγώ σου΄κρυψα κάτι τότες για να μη στεναχωρεθείς...
  • Τι πράμα ρε Χαρικλάκι;
  • Σίγουρα το πήρες το χαπάκι ε;
  • Εδωνά είν’ το πακέτο, πες εσύ κι αν χρειαστεί παίρνω ολάκερη την καρτέλα.
  • Θυμάσαι τη μαντάμ Ζωρζέτ που δούλευα στο ραφτάδικό της;… ένα πρωινό πριν φύγω απ’ το σπίτι, του λέω αποφασισμένη: «Πατέρα, αν δε δώκεις την ευκή σου να στεφανωθώ το Θόδωρο, φεύγω για το βουνό». Αφήνιασε ο χριστιανός: «Μωρή με τους κατσαπλιάδες θα πας;… θα σας κρεμάσουν με συρματόσχοινο οι χωροφυλάκοι… και τη φαμίλια σου δε τη σκέφτεσαι;… αν γλυτώσουμε τ’ απόσπασμα, θα τό’βρουμε απ’ το κονσερβοκούτι!»
  • Ρε τον άτιμο το γέρο!... ώστε γι αυτό μου’ρθε με την ουρά στα σκέλια κείνο το βράδυ; «Θοδωρή παιδί μου, κοίτα ν’ αλλάξεις μυαλά γιατί σας βλέπω για γαμήλιο ταξίδι στον Άη-Στράτη...άμε τώρα να κονομήσεις κουστουμιά και κάνα μπαλωμένο πατούμενο κι έλα σπίτι να τήνε ζητήσεις σαν άντρας».
  • Αλήθεια βρε Θόδωρε, πώς το ξετρύπωσες κείνο το φράκο με το ημίψηλο;
  • Θυμάσαι τον ξάδερφο που γυρνούσε με τα μπουλούκια στα χωριά, παριστάνοντας τον Μέγα Μάγο; Μέγας πειναλέος ο φουκαράς, είχε  φάει το λαγό, κάτι περιστέρια που τα’βγαζε απ’ το ημίψηλο, παραλίγο να φάει και το καπέλο στο τέλος…του ξηγήθηκα λοιπόν λίγο χαρουπάλευρο  και μια χούφτα σταφίδες, με τη συμφωνία να μου δανείσει τη στολή του για ένα βράδυ.
  • Ώστε έτσι λοιπόν...εσύ με δανεικό φράκο κι εγώ με τη χασεδένια κουρτίνα που βρήκα στο μπαούλο της μάνας μου και την έραψα νυφικό σ’ ένα βράδυ...
  • Ξέχασες την προίκα μας Χαρικλάκι, τη γκαζιέρα και τη μπακιρένια μπραγάτσα… θυμάσαι το τραπέζι του γάμου μας;
  • Πώς δε θυμάμαι!... με το φράκο και το ημίψηλο, να ρουφάς τη μπομπότα με ριζάρια και κρεμμυδόφυλλα!...
  • Και δεν υπήρχαν και κολονάτα τότες… σήμερα που τα’χουμε, σκονίζονται στη σερβάντα… 





17.     Το άλλο φίλτρο.

     Στο τζάμι η βροχή χτυπάει ρυθμικά. Ρυάκια νερού, ενίοτε και ποτάμια. διασχίζουν το δρόμο, ξεπλένουν τις στέγες, τις αυλές, τις τέντες, χορεύουν πάνω στ΄ αυτοκίνητα, θολώνουν τα τζάμια. Υγρές κλωστές κατεβαίνουν διαρκώς και υφαίνουν το διάφανο σώμα τους, ακολουθώντας το ταξίδι του νερού. Τριγύρω πλημμυρισμένα όλα, φανάρια που δεν λειτουργούν, λάσπες παντού. Ντυμένος την αχλή του ξημερώματος οδηγώ κάμποση ώρα βυθισμένος στις σκέψεις μου...

     Νευρικός σαν γατάκι ανεβαίνω την τριζάτη ξύλινη σκάλα, ψάχνοντας ένα-ένα τα κουδούνια, για ν΄ανακαλύψω γραμμένο αμυδρά το όνομα που ψάχνω σε μια από τις πόρτες. Χτυπάω διστακτικά. "Περάστε!", μου γνέφει ένας γέρος άντρας μ΄ένα χαμόγελο αθανασίας. Παίρνω βαθιά ανάσα. Δεν ξέρω αν με πνίγει η ατμόσφαιρα ή η αγωνία. Ένα μαύρο πιάνο σαν φέρετρο κλεισμένο, ένας μεγάλος καθρέφτης γεμάτος σκόνες και ραγισματιές, ένα πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι με δυο καρέκλες, μια ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα, ράφια στους τοίχους με συρματόσχοινα και στις γωνίες ολόγυρα αδιόρατες σκιές.

"Καθίστε, κύριε! Χαίρομαι για τη γνωριμία!"
"Είναι αλήθεια, λοιπόν, όσα μου περιγράψατε γι΄αυτό το μείγμα με τα.. ας πούμε.. ασυνήθιστα αποτελέσματα?"
"Ακούστε, αγαπητέ μου! Δεν πουλάω τίποτα από τα συνηθισμένα παυσίπονα ή άλλα γιατρικά. Ούτε το στοκ μου είναι πολύ μεγάλο, εντούτοις είναι αποτελεσματικό. Αυτό εδώ, λόγου χάρη, είναι ένα υγρό διάφανο σαν το νερό, άοσμο και άγευστο. Απαιτείται μόλις μια ελάχιστη ποσότητα και δεν ανιχνεύεται στη νεκροψία."
"Δηλαδή, δηλητήριο!!??? Μα όχι! Όχι, σε καμία περίπτωση..."
"Πείτε το "υγρό καθαρισμού" αν σας ηχεί καλύτερα", με διέκοψε αδιάφορα. Ενίοτε οι ζωές μας χρήζουν καθαρίσματος. Ένα κουταλάκι από αυτό,  φανταστείτε ότι κοστίζει 6.000 και λύνει όλα σας τα προβλήματα!".
"Όχι, όχι! Δεν με ενδιαφέρει αυτό! Το ίδιο ακριβά είναι και τα ερωτικά σας φίλτρα?"
"Φυσικά και όχι. Βλέπετε, όσοι νεαροί σαν εσάς χρειάζονται ερωτικά φίλτρα δεν έχουν τόσα πολλά χρήματα, αλλιώς δεν θα τα χρειάζονταν."
"Ώστε, πράγματι, πουλάτε ερωτικά φίλτρα! Και τ΄αποτελέσματα είναι... σίγουρα?"
"Αν δεν πουλούσα ερωτικά φίλτρα δεν θα σας έκανα λόγο για το προηγούμενο", είπε τείνοντας να πιάσει ένα άλλο, μάλλον βρώμικο μπουκαλάκι. "Τ΄αποτελέσματά τους είναι μόνιμα, αιώνια, επίμονα. Αντικαθιστούν με αφοσίωση την αδιαφορία, την περιφρόνηση με λατρεία. Θα είστε το μοναδικό ενδιαφέρον στην ζωή της..."
"Αλήθεια? Αυτό είναι έρωτας!"
"Θα φοβάται τα όμορφα κορίτσια που μπορεί να συναντήσετε..."
"Θα φοβάται? Εμένα??".
"Θα ζηλεύει πολύ. Θα θέλει να είναι το παν για σας..."
"Μα είναι! Το ξέρει και δεν τη νοιάζει..."
"Και αν ποτέ θελήσετε αργότερα να... μπερμπαντέψετε, μη στεναχωριέστε! Εκείνη πάντα θα σας συγχωρεί ό,τι κι αν κάνετε! Η αγάπη της βράχος!"
"Αυτό δεν θα συμβεί ΠΟΤΕ!"
"Και ούτε λόγος να σας δώσει διαζύγιο!"
"Πόσο κοστίζει αυτό το θαυματουργό μείγμα? Το ερωτικό φίλτρο, εννοώ!"
"Αυτό δεν είναι σαν το άλλο ακριβό (μην το ξεχάσετε: 6.000, λεπτό παρακάτω!!). Κοστίζει μόνο 1 λίρα."
"Ω!! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, σας είμαι ευγνώμων! Αντίο!"
"Εις το επανιδείν, φίλε μου!"



18. Η καλύτερή της φίλη 

Το ξημέρωμα την έβρισκε πάντα στο παράθυρο. Να πίνει τον πρωινό καφέ παρέα με την καλύτερή της φίλη. Οι περισσότεροι δεν την ήθελαν, τους εκνεύριζε. Για την Ειρήνη όμως ήταν η πιο όμορφη συντροφιά. Ίσως και η μοναδική.
Το βλέμμα της στεκόταν λίγο στην αυλή. Αυλή! Ένα κομματάκι γης που χωρούσε μια γλάστρα με βασιλικό και δυο τεράστια συρματόσχοινα για ν’ απλώνει τα ρούχα.

Ύστερα, το βλέμμα απλωνόταν στον ουρανό και τα μάτια ταξίδευαν στο πρώτο φως της μέρας! Τι στιγμή! Ένιωθε τότε τον κόσμο ολόδικό της και τη ζωή ξανά γλυκιά.

Στο τέλος το βλέμμα της έπεφτε στο δρόμο. Κι έρχονταν οι ίδιες εικόνες στο μυαλό να ζωντανέψουν στο φως της αυγής τα παιδικά όνειρα. Αναμνήσεις με τον πατέρα! Που δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι! Εκείνη τον περίμενε στο δρόμο να γυρίσει από τη δουλειά. Κι εκείνος, κατάκοπος και πεινασμένος, την έπαιρνε από το χέρι και περπατούσαν μαζί ως το τέλος του δρόμου. Κάθονταν στο μικρό βράχο, αγνάντευαν τη θάλασσα και της μιλούσε για τις ομορφιές του κόσμου. Οι βόλτες στο βράχο σταμάτησαν, μόλις η Ειρήνη είπε στη μητέρα πως, όταν μεγαλώσει, θα μπαρκάρει.

Ολόκληρη γυναίκα πια και δεν είχε καταφέρει να ταξιδέψει ούτε μια φορά. Κάθε μέρα δουλειά. Στη βιοτεχνία και στο σπίτι. Τι πίκρα! Μονάχα στην καλύτερή της φίλη μπορούσε να την εξομολογηθεί. Κι εκείνη έκλαιγε για χάρη της. Σταγόνες κυλούσαν στο τζάμι, ξαπόσταιναν στα φύλλα του βασιλικού κι έπαιζαν με το φως της αυγής.

Μα, σήμερα, οι σταγόνες δεν έμοιαζαν τόσο με δάκρυα. Μήπως έπαψε να τη συμπονά η καλύτερή της φίλη; Η αχλή του ξημερώματος, που πάντα της κρατούσε συντροφιά στην πρωινή μελαγχολία… Σήμερα οι σταγόνες της αχλής μονάχα ταξίδευαν στο φως!

Η Ειρήνη έκοψε τα συρματόσχοινα της μπουγάδας, πήρε από το κουτί με τα ραφτικά δυο κουμπιά κι έφτιαξε δυο κρεμαστά ποδήλατα για τα κοριτσάκια της. Τα άφησε στα κομοδίνα τους, βγήκε στο δρόμο και, με συντροφιά την αχλή, που της χάιδευε τα μαλλιά, έφτασε στο βράχο. Ανέβηκε στην κορφή του κι αγνάντεψε τη θάλασσα. Το δέρμα της κολλούσε από την υγρασία, μα εκείνη το ένιωθε σαν πατρικό χάδι. Έσκυψε και είδε πώς η αλμύρα είχε σκάψει το βράχο. Όπως η ζωή είχε σκάψει το δικό της πρόσωπο. Και σαν… να της είπε ο ήλιος "Καλημέρα! Τι όμορφο να ονειροπολείς! Την άλλη φορά να φέρεις και τα παιδιά.»
Θα μάζευε χρήματα να πάρουν ποδήλατα και να πηγαίνουν όλοι μαζί στο βράχο!




Για να επιστρέψετε στην πρώτη ανάρτηση με τις συμμετοχές 1-4, αλλά και να βαθμολογήσετε πατήστε εδώ!
Για τις συμμετοχές 5-11 πατήστε εδώ!