Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Κάνοντας λάθη

Δεν είναι η πρώτη και φυσικά δε θα είναι η τελευταία φορά που κάνω κάποιο λάθος.
Φτιάχνοντας το κολάζ με τις φωτογραφίες του Απριλίου, νόμιζα πως όλα είχαν πάει καλά!
Αφού έκλεισα όλα τα αρχεία, διαπίστωσα πως έκανα ένα λάθος που δε διορθώνεται, εκτός αν αρχίσω πάλι από την αρχή.
Η σκέψη και μόνο να ξανασυνθέσω όλες αυτές τις φωτογραφίες μου έφερε πονοκέφαλο.
Τελικά αποφάσισα να πορευτώ με το λάθος μου,  (άλλωστε δρόμο μεγάλο θα διαβώ, αφού κατάφερα να έχω διπλό το δρόμο στο δάσος της Φολόης και να παραλείψω τελείως τη φωτογραφία που θα έπρεπε να έχω πρώτη πρώτη, εκείνη με τα δέντρα της λίμνης Τσιβλού), και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να προσέχω περισσότερο στο μέλλον.

Ναι, κάτι με τρώει μέσα μου που δεν το διόρθωσα τελικά, αλλά θα το ξεπεράσω φαντάζομαι!
Εδώ έχω ξεπεράσει άλλα κι άλλα σε ένα κολάζ θα κολλήσω;
Άλλωστε δε λένε πως από τα λάθη μας μαθαίνουμε;
Χμ..για να δούμε αν θα μάθω!

Α και για όσους αναρωτηθούν, ναι, έκοψα τα μαλλιά μου!
Με την ευκαιρία αν θέλετε να διαβάσετε για τρίχες "Οι μεγάλες προσδοκίες του κουρέματος" σας περιμένουν!


April 22: opposites (stairs)


April 23: good together

April 24: fence

April 25: black and white

April 26: rectangle

April 27: smooth

28: get in the photo

April 29: transport

April 30: this makes me happy

April 2017

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Παίζοντας με τις λέξεις #11 (Συμμετοχές 1 - 4)


Τα χελιδόνια φτερούγισαν στο "Παίζοντας με τις λέξεις" και οι 5 λέξεις: δρόμος, αχλή, συρματόσχοινο, ξημέρωμα, βράχος, έδωσαν την έμπνευση για 18 καταπληκτικές συμμετοχές!
Τώρα ήρθε η ώρα να τις απολαύσετε και να τις βαθμολογήσετε!

Θέλω να σας ευχαριστήσω που στηρίζετε το παιχνίδι μας και να σας παρακαλέσω αν δείτε κάποιο λάθος να μη διστάσετε να με ειδοποιήσετε εδώ, ή στο μέιλ μου almikr@gmail.com αν αφορά συμμετοχή!


Το "Παίζοντας με τις λέξεις" που συνεχίζει την πορεία του εδώ, ξεκίνησε από τη Φλώρα και το TEXNIS STORIES!

Βαθμολογείτε 5 συμμετοχές! 

3 βαθμούς παίρνει η συμμετοχή που σας άρεσε περισσότερο, 
2 η επόμενη και από 
1 βαθμό δίνετε σε τρεις ακόμα συμμετοχές που σας άρεσαν!
Για την αποφυγή αδικιών πρέπει να μπουν όλοι οι βαθμοί.
Δεν μπορείτε φυσικά να βαθμολογήσετε τη δική σας συμμετοχή!
Κρατάτε κρυφή τη συμμετοχή σας και δεν τη δημοσιεύετε μέχρι να λήξει το παιχνίδι.

Τις βαθμολογίες θα τις γράψετε στα σχόλια, κάτω από αυτή την ανάρτηση μέχρι και την Παρασκευή 5/5 στις οχτώ το βράδυ.
Το Σάββατο 6/5 θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.
Ο νικητής, ή η νικήτρια, καθώς κι ένας (που θα βγει με κλήρωση) από όσους βαθμολογήσουν, θα πάρουν συμβολικά δώρα.

Καλή ανάγνωση!!





1. Ο τρελός του χωριού

Ήταν ο τρελός του χωριού. Κάθε χωριό δεν λένε πως έχει κι από ένα τρελό; Ε, ο Γρηγόρης καμάρωνε για τον εαυτό του που τον αποκαλούσαν έτσι. Πάντα του άρεσε να μη μοιάζει στους άλλους, να μην κάνει τα ίδια πράγματα, να μην σκέφτεται όπως οι περισσότεροι.

Όταν ήταν μικρός ο πατέρας του δυσανασχετούσε που δεν μπορούσε να τον πάρει στο καφενείο μαζί του. "Με κάνει ρεζίλι" έλεγε συνεχώς στην γυναίκα του. Εκείνη πάλι έβλεπε τον Γρηγόρη κι έλαμπαν τα μάτια της. Καμάρωνε για εκείνον όπου βρισκόταν. Στο μπακάλικο εξιστορούσε συνεχώς τα κατορθώματά του κι όταν ερχόταν η ώρα να τον πάρει από το σχολείο το χαμόγελό της επισκίαζε όλα τα μουντά πρόσωπα των άλλων μαμάδων. Η καλοσύνη της, έσβηνε τον ήχο των κουτσομπολιών "βρε την καημένη! δεν μπόρεσε να κάνει δικό της παιδί και της έλαχε το κουζουλό του χήρου". Όταν ο Γρηγόρης έτρεχε με φόρα στην αγκαλιά της φωνάζοντας "μαμά! μαμά μου.." ήταν πλήρης.  "Τον κακομαθαίνεις" της έλεγε με αυστηρό ύφος ο πατέρας του παιδιού. "Του δίνω όλα όσα πρέπει να έχει κάθε παιδί στην ηλικία του.. Μη ξεχνάς πως στερήθηκε την μητέρα του σε πολύ τρυφερή ηλικία. Το ξέρω πως δεν μπορώ να την αντικαταστήσω, μα θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να μη του λείψει τίποτα".

Η καρδιά του τον πρόδωσε λίγα χρόνια μετά κι έτσι ο Γρηγόρης μεγάλωσε με την δεύτερη μαμά του, την Δάφνη. Αλλά δεν την έκανε ποτέ του να αισθανθεί ότι είναι δεύτερη. Κι εκείνη δεν τον έκανε ποτέ να αισθανθεί ότι δεν τον αγαπάει σαν δικό της γιο. Η Δάφνη δεν ταίριαζε ποτέ στην νοοτροπία αυτού του χωριού που όση ομορφιά κι αν είχε δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το παρελθόν. 

Ο Γρηγόρης ήταν ιδιαίτερο παιδί. Φυσικά και το γνώριζε. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν αρκετά που θα μπορούσες να κάνεις, γι'αυτό αποφάσισε να τον μεγαλώσει με τέτοιο τρόπο που να μη νιώθει προβληματικός. Μπορεί οι σχολικές του επιδόσεις να ήταν μέτριες, σε άλλες δραστηριότητες πετούσε! Αν δεν είχε έρθει με μετάθεση εκείνη η δασκάλα στο χωριό, μπορεί να τα είχε παρατήσει. Με τη βοήθεια της, η Δάφνη κατάφερε να μαζέψει τους γονείς ένα απόγευμα και να τους μιλήσει με ειλικρίνεια, για να πάψουν τα κουτσομπολιά και τα άσχημα πειράγματα από τους συμμαθητές του.

"Κυρία Δάφνη, της είπε η δασκάλα όταν έμειναν μοναχές τους, ο δρόμος που επιλέξατε θα είναι ανηφορικός. Όταν τον διαβείτε η καρδιά σας θα έχει γαλήνη. Γιατί πράξατε με δυναμισμό και ηρωισμό. Τα βάλατε με όλο το χωριό για το καλό του Γρηγόρη. Η ανταμοιβή σας θα έρθει όταν θα μπορέσει κάποτε να πορευτεί μόνος του. Τώρα καταλαβαίνω γιατί όταν μιλάει για εσάς οι λέξεις του χρωματίζουν την τάξη." 

Λίγες ώρες μετά άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλάκια του παιδιού για να ξυπνήσει.

-Σήκω καρδιά μου. Θέλω να σου δείξω κάτι. Ντύσου, θα πάμε βόλτα.
Το αγόρι της κοίταξε με μισόκλειστα μάτια και άρχισε να ντύνεται με αργές κινήσεις. Της είχε εμπιστοσύνη.

Ήταν ξημέρωμα πια και τους βρήκε καθισμένους πάνω από την θάλασσα σε ένα βράχο.

-Γλυκό μου παιδί σε λίγα χρόνια θα γίνεις  16. 
Είναι μια υπέροχη ηλικία ξέρεις γιατί;
-Γιατί μαμά; Επειδή θα βγαίνω συνέχεια κι εσύ δεν θα φοβάσαι για εμένα;
-Χμμ όχι ακριβώς.. Είναι μια ηλικία που καταλαβαίνουμε τι μας αρέσει να κάνουμε μεγαλώνοντας, με ποιους ανθρώπους  ταιριάζουμε να κάνουμε παρέα.. Να γινόμαστε υπεύθυνοι.. Για να γίνει όμως αυτό, τα προηγούμενα χρόνια ξέρεις τι είναι καλό να κάνουμε;
-Τι μαμά μου;
-Να μην αφήσουμε κανέναν να μας φέρεται άσχημα ή να μας λέει πως δεν θα τα καταφέρουμε. Να πιστεύουμε στα όνειρά μας και να διαλέγουμε αυτά που μας κάνουν χαρούμενους. Να μην ακούμε τις κακίες των άλλων και το σημαντικότερο.. να μην τις επιστρέφουμε. Με ψηλά το κεφάλι να προχωράμε!
-Σαν να χτίζω ένα συρματόσχοινο για να μη περνάνε μέσα!
-Έτσι ακριβώς Γρηγόρη μου.. αλλά υποθετικά θα το χτίζεις, του είπε γελώντας τρυφερά.
Πάμε τώρα σπίτι, γιατί με τέτοια αχλή που έχει απόψε δεν θα βλέπουμε τον δρόμο για τον γυρισμό! 

Περπατούσαν αγκαλιασμένοι ανεβαίνοντας την πλατεία, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των ανθρώπων που δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως όλοι είμαστε διαφορετικοί και πως όλοι έχουμε δικαίωμα να ζήσουμε με τον τρόπο που επιλέγουμε και έτσι όπως είμαστε..

Πολλά χρόνια αργότερα κάθε χρόνο τέτοια ημέρα ακολουθούσε την ίδια διαδρομή, χωρίς εκείνη δίπλα του. Για να υπενθυμίζει στον εαυτό του τα λόγια της. Κι όταν διέσχιζε την πλατεία θαρρείς πως μέσα στο θρόισμα των φύλλων άκουγε ψιθυριστά το σ'αγαπώ της.

https://pixabay.com/el/%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B1-sun-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%AC-%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%8C-472981/

2. Καλή μου

Το ουρλιαχτό σου αναστάτωσε το ξημέρωμα. Μες στην αχλή σε διέκρινα υποβασταζόμενη από τους γείτονες.
"Ηρέμησε, καλή μου" μάταια ικέτευαν.
Τώρα, οι γιατροί ομόφωνα συμφωνούν ότι υπέστης σοβαρό κλονισμό εξαιτίας της φυγής μου. Καλή μου...Συρματόσχοινο μπλέχτηκε ο πόνος στα ευαίσθητα νεύρα σου και τα τσάκισε. Σε βλέπω ασάλευτη και ωχρή στα ατσαλάκωτα,στεγνά σεντόνια και ματώνω.
Ματώνω,είπα; Τί ειρωνεία!
Πλανάται η ψυχή μου γύρω σου σαν αλαφιασμένο πουλί. Μια ζωή,στεκόσουν βράχος στις απουσίες μου. Αυτή σου η ήρεμη δύναμη με ξαναέφερνε κοντά σου. Κύμα που ταπεινά προσκυνούσε το κουντεπιέ σου.
Όμως έφθασε η ώρα να φύγω. Δρόμος φωτεινός ανοίγεται μπροστά μου,που με καλεί να τον βαδίσω. Αγνοώ, Ποιόν θα συναντήσω. Θέλω να επιστρέψω στον Παράδεισο, σπίτι μας. Δυστυχώς, δεν περνάει τίποτα πια από το χέρι μου.
Από το χέρι μου...χα χα χα
Γι'αυτό με αγαπάς! Γιατί δεν χάνω την αίσθηση του χιούμορ ποτέ!
Παραξενεμένη η νοσοκόμα πρόσεξε τα ξερά της χείλη να σχηματίζουν ένα γλυκό χαμόγελο.



http://www.greekarchitects.gr/gr/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82/momentum-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%AC-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9-id8886

3. Ροβόλησα στα δύσκολα καλέ μου

Η ασημένια αχλή του φεγγαριού φωτίζει απόψε
Τα κατάφορτα με μύδρους λόγια σου
Η φωνή σου φθάνει κρυστάλλινη στη σκέψη μου 
Κι εγώ -αχ και να'ξερες μόνο- δεν την αποφεύγω
Μιλάς για δρόμους που δεν τόλμησα να περπατήσω
Για δρόμους που ξεστράτισα 
Για σταυροδρόμια που στάθηκα μπροστά τους νωθρή
Και γύρισα πίσω
Ταπεινωμένη
Για όνειρα που μπλέχτηκαν στα συρματόσχοινα του νου 
Και φυλακίστηκαν για πάντα.
Για την ατολμία μου με μέμφεσαι.
Και με σιγουριά με κατηγορείς για λιποταξία.
Γελάς, γιατί φρονείς ότι κέρδισες

Το σπλαχνικό φως του φεγγαριού φωτίζει 
Αχνά το πρόσωπό μου
Χαμογελώ
Γιατί εγώ γνωρίζω
Εγώ στηρίζω τις επιλογές μου
Δεν λοξοδρόμησα ανώφελα
Δεν ήμουν ρίψασπις ως τώρα στη ζωή μου
Βράχος στάθηκα απέναντι στις κάθε λογής σειρήνες 
Της καλοπέρασης και του άκοπου βίου
Όχι άπραγη!
Ροβόλησα στα δύσκολα καλέ μου
Κατάβαση στα σκοτάδια μου τόλμησα
Τους δαίμονες μου ζητώντας να αντιμετωπίσω κατάματα

Κι όταν θα βρω αυτό που αναζητώ
Ξημέρωμα πιστεύω πως θα έρθει και γαλήνη
Φρονώ ότι τότε θα έχω κερδίσει



4. Στον δρόμο

Είχε συνηθίσει σε αυτή τη ζωή. Στο δρόμο. Με το καβαλέτο της - ο θεός να το κάνει, μια ξύλινη σανίδα ήταν, με μια αυτοσχέδια βάση, που είχε δεινοπαθήσει να τη λειάνει, ώστε να γίνει κάπως ομαλή, χωρίς οι ακίδες να τις σκίζουν τα χαρτιά-  τα bristol χαρτόνια της, που φρόντιζε πάντα να έχει σε αξιόλογη ποσότητα για να μπορεί να δουλέψει, και με το κάρβουνο να της βάφει κάθε φορά τα ακροδάχτυλα και να μουτζουρώνει έπειτα τη κατάλευκη επιδερμίδα του αρυτίδωτου προσώπου της, καθώς προσπαθούσε να διώξει την αναιδέστατη τούφα που έπεφτε επί μονίμου βάσεως στα μάτια της, εμποδίζοντάς την να δει καλά αυτόν που κάθε φορά στεκόταν για λίγα λεπτά απέναντί της, ποζάροντας. Έτσι κέρδιζε τα προς το ζην από τότε που βρέθηκε στο πουθενά, μόνη κι αβοήθητη. Ζωγραφίζοντας αγνώστους. Μέσα σε δέκα λεπτά έπρεπε να διαβάσει το πρόσωπο του άγνωστου πελάτη της και να το αποδώσει με το κάρβουνο στο χαρτί, ώστε να τον ικανοποιήσει. Όσο καλύτερα, τόσο μεγαλύτερο το χαρτζιλίκι. Γιατί αμοιβή δεν την έλεγες . 
Το προτιμούσε όμως. Κι ευγνωμονούσε την τύχη της, όχι τον πα-τέρα της, που είχε κάνει αυτά τα μαθήματα ζωγραφικής κάποτε και τώρα μπορούσε να βασιστεί στα χέρια της και όχι στο κορμί της εν γένει. Θα μπορούσε να επιθυμεί διακαώς να πεθάνει, κάθε φορά που σκεφτόταν εκείνον. Να οδηγηθεί στην κατάθλιψη, με σοβαρές πιθανότητες να κάνει πράξη τις σκέψεις αυτοχειρίας, που θα ανάμενε κανείς σε μια τέτοια περίπτωση. Μα είχε φροντίσει να μην μπλεχτεί σε τέτοια γρανάζια. Υπερβαίνοντας εαυτόν, ξεπέρασε όλα τα συρματόσχοινα του νου που θα την οδηγούσαν στη ψύχωση, με την τέχνη της φυσικά. Στεκόταν βράχος σε όσους τη διπλάρωναν, για να τη τραβήξουν στο πεζοδρόμιο. Προτιμούσε τον δικό της δρόμο. Όσο ζόρικος κι αν ήταν για μια νεαρή γυναίκα, χωρίς σταθερή στέγη και κάποιον δικό της άνθρωπο. 
Τους είχε αφήσει εξάλλου όλους πίσω, δραπετεύοντας από την προηγούμενη δυσβάσταχτη ζωή της.
Πού ήταν αλήθεια όλοι αυτοί όταν τους είχε ανάγκη; Την εγκατέλειψαν ο ένας μετά τον άλλον βγάζοντάς την και τρελή από πάνω. Ότι και καλά είχε κατηγορήσει άδικα τον πα-τέρα της για ασέλγεια. Μόνο αυτή ήξερε όμως πόσα είχε αντέξει. Μόνο αυτή ήξερε τι αληθινά είχε βιώσει, την απέχθεια και τη σιχασιά που έφθανε στο στόμα και στη ψυχή της κάθε φορά που τον σκεφτόταν και μόνο. 
Κι έτσι βρέθηκε να παλεύει εκεί έξω, μόνη. Κινδύνευε διαρκώς και το γνώριζε από την πρώτη στιγμή που κοιμήθηκε κάτω από μια γέφυρα εξαντλημένη, μετά το φευγιό της. 
Όμως εκείνο το πρώτο ξημέρωμα έξω στο κρύο, στην ερημιά και στο άγνωστο, δεν την είχε βρει, όπως εύκολα θα περίμενε κανείς, νικημένη. Ενάντια στα προγνωστικά, είχε δει την ανατολή με χαμόγελο. Μια υπέρτατη πίστη ότι θα τα καταφέρει την είχε κυριεύσει και είχε διαλύσει την όποια αχλή είχε τυλίξει πρόσκαιρα μόνο το μυαλό της. Ανέπνευσε τον καθαρό αέρα της εξοχής και αμέσως ξεκίνησε για να βρει ένα κατάστημα εκποίησης χρυσαφικών κι άλλων τιμαλφών. Χρειαζόταν άμεσα χρήματα για κάρβουνο και χαρτί. "Μάθε τέχνη κι άστηνε....." θα σιγομουρμούριζε εσαεί από δω και μπρος!



Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 5-11 πατήστε εδώ!
Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 12-18 πατήστε εδώ!

Παίζοντας με τις λέξεις #11 (Συμμετοχές 5 - 11)


5. "Η ΕΝ ΠΟΛΛΑΙΣ ΑΜΑΡΤΙΑΙΣ"

Η Εκκλησιά της γειτονιάς ήταν γεμάτη. Μεγάλη Τρίτη απόγευμα. Ο Πάπα Γιώργης, έψαλλε τον “Νυμφώνα σου βλέπω”. Μυσταγωγία. Τα κεριά, το άρωμα του λιβανιού και τα τριαντάφυλλα στην εικόνα του Νυμφίου.
Η Πόρτα σύρθηκε από ένα τρεμάμενο χέρι την στιγμή που ακούγονταν:
“Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Γυνή...”
“Τι θέλει αυτή εδώ ;” ψιθύρισε η Κυρά-Γιαννούλα στη διπλανή της ρίχνοντας κοφτερές ματιές.
Στηρίχτηκε στο μπαστούνι. Προσπαθούσε να ανάψει το κερί της.
“Οδυρομένη μοίρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει...”
Η Αχλή στο εσωτερικό του Ναού φώτισε το πρόσωπό της. Το φως των κεριών το γλύκαινε. Άναψε το κερί και σύρθηκε σε μια σκοτεινή γωνιά. Ο Κυρ Διονύσης μόλις πλησίασε, άρπαξε τη γυναίκα του και απομακρύνθηκε. Πολλά ζευγάρια μάτια γύρισαν να την δουν και μουρμούρες μαχαιριές χώθηκαν στα σωθικά της.
“Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων...”. Το βλέμμα του Παπά Γιώργη έμεινε επάνω της να κλέψει το δάκρυ που λαμπύριζε.
Ένιωσε τον βήχα να δυναμώνει, βραχνάς να την πνίγει και μην θέλοντας να τραβήξει άλλα βλέμματα βγήκε απ το ναό.
Η Λειτουργία τελείωσε, οι πιστοί έφευγαν, ο Παπα-Γιώργης παραμέρισε κάποιων τα κακόβουλα σχόλια.
“Έφυγε η Τάνια Γεράσιμε ;” ρώτησε τον νεωκόρο που κοίταζε απορημένος το πάθος του Ιερέα.
“Ναι Δέσποτα”.
Πήρε τα πράγματά του, είπε να κλειδώσουν και πήρε το δρόμο στην ανηφοριά. Κοντά στον μεγάλο βράχο διέκρινε το σπίτι. Τράβηξε το συρματόσχοινο στην εξώπορτα και μπήκε. Την βρήκε ξαπλωμένη βαριανασαίνοντας.
“Πάτερ...!” έκανε έκπληκτη.
“Παιδί μου” της έκανε στοργικά, ακουμπώντας το χέρι του στο καυτό της μέτωπο.
“Πάτερ, εσύ εδώ ; για μένα ;”
“Πάψε κόρη μου...! ναι για σένα”
Την φρόντισε βλέποντας την χλωμάδα της.
“Αύριο πρωι-πρωί θα σου στείλω την Παπαδιά να μαγειρέψει και να σε φροντίσει..”
“Εμένα ;” τον ρώτησε με τα αγγελικά της μαυρισμένα μάτια.
“Εσένα ναι”
“Πάτερ, είναι αργά για μένα, να αναπάψω το κορμί μου απ τη βρωμιά της εξαγοράς...”
“Σταμάτα...!”
“Φταίω και εγώ, αλλά εκείνος....” κόμπιασε. Άρπαξε τον Παπα-Γιώργη απ το ράσο:
“Μια χάρη μόνο, η φυματίωση θα με πάρει γρήγορα, μην πεις στο παιδί μου τι ήμουνα σε παρακαλώ...”
“Ο Κύριος ευλόγησε την Πόρνη μην ξεχνάς, φεύγω και θα τα πούμε”
Άπλωσε το χάδι του στο μουσκεμένο πρόσωπο της με στοργή και έφυγε.
Οι μέρες πέρασαν, Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ σήκωσαν το Χριστό
“Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την Γην κρεμάσας...”. Μετά τη λειτουργία αργά το βράδυ, αλαφιασμένη η Παπαδιά έφερε το μαντάτο.
Έτρεξαν όλοι μαζί. Την βρήκαν στο κρεββάτι με τα γλυκά της μάτια, γυάλινα τώρα πια να θωρούν τον Σταυρό απέναντί της.
Της έκλεισε τα μάτια δακρυσμένος .
“Την πήρε κοντά Του...! την νύχτα τη δική Του διάλεξε να την πάρει μαζί Του, στα σαράντα της χρόνια, τι Τιμή για κείνη Θεέ μου...!” σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια φιλώντας την στο μέτωπο σαν να ασπάζονταν την κόρη του.
“Μετά το Ξημέρωμα ειδοποιείστε το παιδί της...! να ασπαστεί με σεβασμό τη Μάνα του”
Ο Λόγος του ακούστηκε με κόμπο “Πόρνη προσήλθε σοι, μύρα συν δάκρυσι”

********************************************

Υ.Γ. Αφιερωμένο ταπεινά σε όλες εκείνες τις Γυναίκες με τα χαμηλωμένα βλέμματα στις σκοτεινές γωνιές της Εκκλησιάς τα βράδια της Μ. Τρίτης.



6. Το αναπάντεχο

Ξημέρωμα!  Κόντευαν να φτάσουν στο λιμάνι...Άφησε τη καμπίνα της και βγήκε στο κατάστρωμα. Ήξερε ότι ο ήλιος που ανέτειλε εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να γεννιόταν απ' τη θάλασσα και έλεγαν, ότι αν πρόσεχες, θα άκουγες μουσική, τη μουσική του κύματος που ευχόταν καλό κατευόδιο στον ηλιάτορα!  
Ήταν κοντά στις μηχανές και  ο θόρυβος   την εμπόδιζε να αφουγκραστεί την καλημέρα του κύματος. Ήθελε να φύγει,  μα τότε τον είδε. Ήταν εκεί στο στροφείο με το συρματόσχοινο. Ήταν σίγουρη ότι ήταν εκείνος.Ο ίδιος που ήταν και χθες το βράδυ στο μπαρ του πλοίου και έκανε πώς δεν τη γνώριζε. Του μίλησε. Τον προσφώνησε με το όνομά του,εκείνος όμως είπε ''Κάνετε λάθος . Δεν είμαι εγώ ο Αθανάσιος Κυριαζής''. Και έφυγε. 
Δεν μπορεί να έκανε λάθος. Τόση ομοιότητα; Έχουν περάσει χρόνια βέβαια, οι άνθρωποι αλλάζουν, αλλά θα έπαιρνε όρκο ότι ήταν αυτός, ο άντρας της αδελφής της που έφυγε πριν 10 χρόνια αφήνοντας ένα μόνο σημείωμα να μπερδεύει πιο πολύ τα πράγματα ''Κουράστηκα, φεύγω. Μη με αναζητήσεις''.  Έμειναν να τον κλαίνε σύζυγος και παιδιά χωρίς να ξέρουν το ''γιατί''.
Ακουμπισμένη στα ρέλια* του καταστρώματος, θυμόταν  μια όμορφη οικογένεια που διαλύθηκε, θυμόταν την αδελφή της να γίνεται ο βράχος των παιδιών της, να τα προστατεύει από τα άγρια κύματα που τα χτύπησαν αλύπητα μετά το φευγιό του αγαπημένου τους πατέρα.
Μα είναι δυνατόν να μην είναι εκείνος; Πώς να μάθει;
Εν τω μεταξύ ο Κυριαζής ετοίμαζε το στροφείο και κοιτούσε τη κουνιάδα του που τον αναγνώρισε.  ''Την τύχη μου μέσα'' έφτυσε μέσα από τα δόντια του. Δεν ήθελε εξηγήσεις, και για να τις αποφύγει δεν ήθελε συναντήσεις. Τι να της πει; Ότι έπρεπε να φύγει μακριά, να αποχωριστεί τη γυναίκα που αγαπούσε και τα παιδιά του που η θύμησή τους του ξέσκιζε τα σωθικά;
Τι να κάνει; Πώς να κρυφτεί; Σε λίγο θα δένανε στο λιμάνι, έπρεπε να είναι παρών.
Και η Γιάννα τον κοιτούσε περίεργα. Αλλά ανάσανε με ανακούφιση όταν την είδε να γυρνά την πλάτη και να φεύγει. Λες να πείστηκε;  
Δεν ήξερε όμως ότι η Γιάννα πήγε κατευθείαν στον καπετάνιο. Αν και αρνήθηκε στην αρχή να της μιλήσει, εκείνη επέμεινε και του είπε όλη την αλήθεια. Ήθελε να μάθει το ονοματεπώνυμο του ναυτικού του.  
Και τον έπεισε. Και της είπε...
Αυτός ήταν !  Τόσο  φούντωσε  ο θυμός της, καθώς το αίμα ακολούθησε ορμητικά το δρόμο του για τα μηνίγγια της, που η αχλή του πρωινού διαλύθηκε με μιας και ο ήλιος της θάμπωσε τα μάτια. 
Ζει και δουλεύει. Γιατί; 
Δεν κατέβηκε φυσικά στο λιμάνι, αλλά πήγε κατευθείαν στην καμπίνα του που είχε μάθει ποια ήταν. Χτυπούσε ώρα και δεν της άνοιγε. Μα ο επιμένων νικά!
Μίλησαν αρκετά...έπεσαν  πολλές βαριές κουβέντες στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα.
Όταν ήλθε η ώρα να φύγει, η Γιάννα περπατούσε με σκυφτό κεφάλι. Τι θα έλεγε στην αδελφή της; Να το αποσιωπούσε καλύτερα;
Τι να της πει; Ότι ο άντρας της βίασε μέσα στο μεθύσι του ένα ανήλικο κορίτσι, την κόρη φίλου του ;
.... 
ρέλια= τα κάγκελα του πλοίου




7. Εκείνο που δεν σου 'πα 

Στο σπίτι σε περιμένουν τα τριαντάφυλλα
Με τη δροσό του πρωινού τα έκοψα 
Αγκυλώθηκε λίγο το δάκτυλό μου 
Αλλά μικρή η θυσία 
Έλα να δεις πως μοσχοβολά ο χώρος 
Έλα να ανάψεις το φανάρι της ψυχής μου 
Μικρή νιώθω ναυαγός 
Γύρω μου βράχοι συρματόσκοινα σκουριασμένα
Κι ένας εφιαλτικός ίσκιος να με καταδιώκει
Δως' μου το χέρι σου
Έχασα το δρόμο 
Μαζί να βγούμε στην αυγινή αχλή
Να σκαλίσουμε τα χορταριασμένα παρτέρια
Δες πως έπνιξαν τα χόρτα το μικρό δεντράκι
Καρυδιά μου είχες πει πως είναι
Τότε που γελαστός τη φύτευες στο χώμα
Κιτρίνισαν τα φύλλα της
Έγυρε ο κορμός της
Ξέχασε να καρπίζει και να μιλά
Φοβάμαι...

Παράμερα μια καλαμιά ακατάπαυστα θροΐζει:
Χρησμούς μελωδίες αινίγματα
Πώς να τα εξηγήσω χωρίς τη δική σου ματιά;
Θυμάσαι εκείνο το παιχνίδι με τους γρίφους
Που παίζαμε τα βαρετά βράδια του Νοέμβρη
Πόσο δύσκολα τους έλυνα
Πέθαινες στα γέλια ξεχείλιζες ομορφιά
Κι εγώ τραβούσα την κουρτίνα να δω το φεγγάρι
Να μου φανερώσει τη λύση
Ή κατέφευγα στα βιβλία
Να ψαύσω τις μαγικές λέξεις
Θυμάσαι;
Στο τέλος πάντα τα κατάφερνα
Ήταν ανοιχτός ο ορίζοντας
Απλωμένα τα χέρια
Κι ας με περιέπαιζες σαν παιδί μικρό
Ήταν διάφανα τα κρίνα το ξημέρωμα 
Είχα γιορντάνια δακτυλίδια βραχιόλια
Είχα εσένα και μπόλικο ουρανό να γράφω τους στίχους
Τώρα άγουρος απόμεινα καρπός στυφός
Που κανείς δεν θέλω να τον γευτεί
Σ' αποθύμησα...

Μην αργείς
Ετοίμασα το δείπνο με καλούδια του Απρίλη
Έβαλα και το καλό μου φουστάνι
Εκείνο που μου χάρισες ένα μαγιάτικο δείλι
Πώς να βρω την κουμπότρυπα;
Πώς να δέσω το βιολετί φιόγκο;
Πώς να με δω στον καθρέφτη;
Μια αίσθηση πνιγμού με καταπίνει
Ακούς το σκυλί πώς αλυχτά;
Κοφτερά ξεπροβάλλουν δρεπάνια
Πολλά επιστρέφουν ψέματα
Άγριοι με περισφίγγουν ζόφοι
Φοβάμαι
Σ' αποθύμησα
Μην αργείς
Άναψα μυριάδες κεριά μην και σκοντάψεις
Έλα να ξεδιψάσω
Στο σπίτι σε περιμένουν τα τριαντάφυλλα
Στο πηγάδι το νερό μουρμουρίζει ερωτόλογα δικά σου
Τα πρώτα του νου μου λεξιλόγια
Σε περιμένω!





8. Μικρές αποστάσεις

Οι δρόμοι που άνοιξε η ψυχή σου
Είναι πνιγμένοι στ' ασφοδέλια
Χωμάτινοι δρόμοι στενοί
Που πάνω τους οι χωρικοί σέρνουν τ' άροτρα
Αξημέρωτα μιλάς με τους αγγέλους
Στοιβάζεις τ' άχυρο
Ελέγχεις την κίνηση των αστερισμών
Τίποτα να μην μείνει τυχαίο ή αζύγιαστο
Κι έπειτα με ευθύβολο βλέμμα εκποιείς
Τα πολύτιμα πετράδια της νύχτας
Κι ακριβά  μου φέρνεις αρώματα
Απ' τα ριζά του βράχου βγαλμένα
Σκαπανέας τ' ονείρου ολημερίς προσκυνάς
Της γης την έγκατη μήτρα
Σαν μητέρα σαν πόρνη σαν αδερφή
Κι όπως αγέρας εσπερινός
Αισθαντικά χωρίς κλειδί επιστρέφεις
Αφήνοντας αποτυπώματα στίλβης στο κορμί μου

Τα συρματόσκοινα που έδεσες
Στης ψυχής μου το ιστίο
Ανάλαφρα είναι δίχτυα του βυθού
Έτσι που να μην αγκυλώνονται οι λέξεις
Έτσι που να μην μαδούν
Τα υψηλά του κόσμου οράματα
Κάθε ξημέρωμα εκεί ακουμπώ
Τα γαλάζια φτερά μου
Καψαλισμένα στις άκριες
Από εκείνες τις φωτιές του Έρωτα
Που ηδονικά με περνούσες
Αδυνατώ να μην σε έχω
Προσπερνώ την πρωινή αχλή 
Κανονίζω το βήμα μου
Στου ήλιου να βγω το ιερατείο
Σινιάλα να σου στείλω και φιλήματα
Μαζί με το κομπόδεμα της συντριβής
Ξέρεις εσύ!

Τα επίχρυσα ρολόγια των προγόνων σου
Τα κλειδώνω στην καρυδένια συρταριέρα
Μην τα ακούς!
Μην τα πιστέψεις!
Μην τους δοθείς!
Ονειρικά κι αν σου τάξουν ταξίδια
Μην υποκύψεις
Εσύ ο μόνος οδηγός
Εσύ ο άρτος το αίμα κι ο οδυρμός
Εσύ η άκανθος και τα υδρόφυτα
Για σκέψου για λίγο μαζί να πλέουμε
Στις άβατες λίμνες της λήθης
Αγνοί ωραίοι κι άμωμοι
Να ξανοιγόμαστε στο χρόνο
Να μην μετρούν πλέον οι στιγμές
Να μην ωριμάζει ο καρπός στις λαγόνες
Να μην ανασαίνει ο σπόρος στο κιούπι
Όλα έγκλειστα στη φωτιά
Όλα μαζί και μυστικά
Όλα χαραγμένα σε παλίμψηστα αρχαία
Που κάποιος ιεροφάντης εντολέας
Στο αυγινό φως αμυδρά θα ανασύρει
Ένα Σάββατο του Απρίλη

Σαν κι εκείνο το Σάββατο που κρυφά από εμένα απέδρασες





9. Το πέταγμα!!!

Ίσα που  ξεχώριζε την λευκή γραμμή  στον δρόμο  μπροστά της καθώς οδηγούσε μέσα στην αχλή  που είχε σκεπάσει  τα πάντα γύρω, λίγο πριν το ξημέρωμα.
Όσο προχωρούσε η ώρα, ο ήλιος είχε αρχίσει τα παιχνιδίσματα του με την ομίχλη
ξεκαθαρίζοντας την ατμόσφαιρα στο γύρω τοπίο.
Στο βάθος φαίνονταν κι όλας αχνά ήδη η σιλουέτα του μεγάλου βράχου που δέσποζε πάνω από την πόλη.
Αυτός ο βράχος  ήταν ο προορισμός της.
Αυτός ο βράχος είχε σημαδέψει την ζωή της!
Είχε φιλοξενήσει κάποτε εκεί όλα τους τα όνειρα, τους όρκους της αγάπης τους.
Από μικρά παιδιά είχα βρει το ψηλότερο σημείο  του βράχου. Από   εκεί κοίταζαν 
την μικρή τους πόλη που έμοιαζε παραμυθένια από ψηλά.
Εκεί είχαν βρει ένα κοίλωμα  την σπηλιά τους και κάθονταν με τις ώρες αγναντεύονταν την γαλάζια θάλασσα που φιλούσε τα πόδια του βράχου.
Ήταν εκείνη που άκουγε τα γέλια τους τα κλάματα τους, τα όνειρα που έκαναν μαζί και που κατάλαβαν ότι ήταν κοινά μεγαλώνοντας.
Εκείνος πλοίαρχος  εκείνη γιατρός.
Μετά από τον χαμό του Ορέστη σε ένα ναυάγιο, έφυγε και η Μαρίνα από την πόλη.
Η απόφαση της να γυρίσει μετά από τόσα χρόνια, ήταν αυτή που την έκανε να φτάσει όσο γίνονταν πιο γρήγορα εκεί.
Το ήξερε από πάντα πως δεν θα κατάφερνε να ξεπεράσει τον φευγιό του Ορέστη της.
Φτάνοντας μέσα στην πόλη στα ριζά του μεγάλου βράχου άφησε το αυτοκίνητο και άρχισε να ανεβαίνει το μονοπάτι που οδηγούσε στην κορυφή του.
Άφησε τις αναμνήσεις να πλημμυρίσουν την σκέψη της. 
Φτάνοντας επάνω τα πόδια της καρφώθηκαν ακίνητα, λες και ήταν τυλιγμένα με συρματόσχοινο.
 Η σπηλιά τους ήταν όπως την είχαν αφήσει την τελευταία φορά.
Γύρισε και κοίταξε την θάλασσα.
Της φάνηκε πως ήξερε την απόφαση της και την καλούσε στην αγκαλιά της.
Έκανε ένα βήμα προς την άκρη του γκρεμού τους, άνοιξε τα χέρια της και πέταξε...
Την ώρα που πετούσε ένας γλάρος στην απεραντοσύνη του ουρανού!!



10. Ψευδαίσθηση

Αχλή γύρω μου
και βράχοι ακλόνητοι
στο ξημέρωμα.

Συρματόσχοινα 
τα όνειρά μου κρατούν
προσγειωμένα.

Οι δρόμοι κλειστοί
Η μόνη διέξοδος
στο μπλε πνίγεται.



11. Του γυρισμού η ώρα

- Φίλε, θα με πληρώσεις; Κλείνω.
- Εεε… ναι βέβαια. Τι οφείλω;
- Είκοσι δύο ευρώ και 60 λεπτά.
- Πάρε 30 και φέρε μου ένα μισόκιλο ακόμη. Να σου πω… σε πειράζει να καθίσω στο μαγαζί σου ή να πάω στα παγκάκια;
- Όχι βέβαια, κάτσε όσο θες. Θα σου φέρω και μια πιπεριές γεμιστές να δοκιμάσεις.

Ο ταβερνιάρης μάζεψε τα υπόλοιπα, έκλεισε τα φώτα, κλείδωσε την πόρτα, καληνύχτισε τον παράξενο πελάτη και χάθηκε στο στενό.

Είχε φύγει πριν 40 χρόνια. Σήμερα στα 57 του επέστρεφε στα πάτρια, αλλά… σχεδόν τίποτα δεν θύμιζε το χωριό του.
“Ποιο χωριό…;” σκέφτηκε. “Αυτό πρέπει να έχει τουλάχιστον διπλασιαστεί απ’ όταν έφυγα!”
Στο μυαλό του στριφογύριζαν οι αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων, με τους δυο αγαπημένους του φίλους που μεγάλωσαν μαζί. Στη διαδρομή ήταν τόσο βυθισμένος στις σκέψεις του, που παραλίγο να τρακάρει με το βράχο, αν ο νταλικέρης δεν πατούσε εκείνη τη δαιμονισμένη κόρνα.

Βρήκε γρήγορα το ξενοδοχείο που είχε κλείσει δωμάτιο. Ανέβηκε μόνο για να αφήσει τα πράγματά του και βγήκε πάλι. Κοντοστάθηκε σε μια ταβέρνα. Τον τράβηξε η μυρωδιά από τα κολοκυθάκια που τηγανίζονταν, τα παραδοσιακά τραπεζάκια με τα καρό τραπεζομάντηλα, η κληματαριά που είχε "κρεβατώσει", αλλά και εκείνη η ρόδα του κάρου που στεκόταν καρφωμένη στον τοίχο, μονάχη της, σαν να προσπαθούσε να γεφυρώσει το παλιό με το νέο. Ήταν από τα λίγα κτήρια που κατάφερνε να θυμηθεί.

Δεν ήταν πάντοτε ταβέρνα. Αυτό το πέτρινο κτήριο ήταν ανακαινισμένο και αρκετά αλλαγμένο, όμως κατά κάποιο τρόπο κρατούσε τον "χαρακτήρα" του. Εκεί ο κυρ Αυγουστής είχε το καροποιείο του. Ο Μάνος, πάρα πολλές φορές εκεί μέσα είχε πάρει κέρασμα ξερολούκουμο (και άλλες τόσες είχε "κεραστεί" μονάχος), όταν ο πατέρας του περίμενε να επισκευαστεί το κάρο του για να συνεχίσει τη διανομή γάλακτος στα γύρω χωριά. Και να που πάλι βρέθηκε στον ίδιο χώρο περιμένοντας να ξημερώσει για να επισκεφθεί τον φίλο του.

Ο Μίλτος, η Μυρτώ και ο Μάνος, τα «3Μ» όπως τα φώναζαν από μικρά, ήσαν κάτι παραπάνω από αδέλφια. Ώσπου… εκεί, προς τα τέλη της εφηβείας… η αγαπημένη του Μυρτώ συνδέθηκε ερωτικά με τον Μίλτο. Αυτό το αναπάντεχο έσπευσε ο Μίλτος να του το ανακοινώσει με …λεπτομέρειες. Λίγες εβδομάδες αργότερα πέθανε και η μάνα του (ο πατέρας είχε «φύγει» δυό χρόνια πριν) και πλέον δεν υπήρχε τίποτα να τον κρατάει στο χωριό. Πήγε στον Πειραιά όπου τον περίμενε ο θειός του. Λιμενεργάτης ήταν, κόσμο γνώριζε, μόλις τελείωσε το στρατιωτικό του τού βρήκε δουλειά σε καράβι. Ήταν τόσο προκομμένο παιδί που ο καπετάνιος μίλησε στον εφοπλιστή και τον έστειλαν στη σχολή να γίνει καπετάνιος.

Το ξημέρωμα τον βρήκε να κοιμάται ακουμπισμένος στο τραπέζι ενώ η πρωινή αχλή του έφερνε μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνοντας τις σκάλες του ξενοδοχείου παράγγειλε να του ψήσουν έναν μέτριο. Έκανε ντους, ήπιε τον καφέ και μια ώρα αργότερα περπατούσε στους δρόμους του χωριού. Απορροφημένος από τις σκέψεις του έφτασε στο πατρικό του Μίλτου. Χτύπησε την τζαμένια πόρτα.

- Ανοιχτά είναι.

Πριν περάσει το κατώφλι είδε πίσω του ένα λευκό περιστέρι που πήγε και κάθισε στο συρματόσχοινο.




Για να επιστρέψετε στις συμμετοχές 1-4 και να βαθμολογήσετε πατήστε εδώ!
Για να διαβάσετε τις συμμετοχές 12-18 πατήστε εδώ!