Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Χριστουγεννιάτικα στολίδια με κορν φλάουρ και σόδα!


Πέρα από τη διάσημη αλατοζύμη με την οποία μπορούμε να φτιάξουμε εύκολα και σχετικά γρήγορα χριστουγεννιάτικα στολίδια υπάρχει άλλη μία συνταγή με υλικά που δεν κοστίζουν, γιατί τα έχουμε ήδη στην κουζίνα μας. 
Ε, εντάξει κάτι κόστισαν κι αυτά όταν τα αγοράσαμε, αλλά αυτή τη στιγμή δε θα βάλουμε το χέρι στην τσέπη κι αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα.
Πασίγνωστη κι αυτή, όσο και η μεγάλη της αντίζηλοςπαρασκευάζεται με μισή κούπα κορν φλάουρ, μία κούπα μαγειρική σόδα και τρία τέταρτα της κούπας νερό που τα βάζουμε στην κατσαρόλα σε μέτρια θερμοκρασία και τα .ανακατεύουμε με πείσμα! 
Σε λίγο το μείγμα μας θα ομογενοποιηθεί και στη συνέχεια θα σφίξει.
Δε φεύγουμε στιγμή από πάνω του και ανακατεύουμε συνεχώς.
Όταν σφίξει, αποσύρουμε από τη φωτιά, το βάζουμε σε ένα μπολ να κρυώσει, δεν αγγίζουμε εννοείται σε αυτή τη φάση γιατί καίει, και το σκεπάζουμε με μια υγρή πετσέτα για να μην ξεραθεί.


Το δικό μου καταξεράθηκε, γιατί το είχα φτιάξει πρωί, μετά έφυγα, εννοείται το ξέχασα τελείως και το ξαναθυμήθηκα το βράδυ που γύρισα σπίτι.
Να μην σας περιγράψω καλύτερα το χάλι του!
Δεν απελπίστηκα διόλου! Το αγνόησα επιδεικτικά και το άφησα έτσι όπως το βρήκα. Την άλλη μέρα όμως, το ξαναέβαλα στην κατσαρόλα, πρόσθεσα λίγο νερό και όλα πήραν το δρόμο που θα έπρεπε να έχουν πάρει από την αρχή, χωρίς απρόοπτα αυτή τη φορά, μια και φρόντισα να είμαι δίπλα στη ζύμη όταν κρύωσε και να αρχίσω να την παιδεύω κατευθείαν!
Η ζύμη βγήκε απαλή και εύπλαστη και δεν με δυσκόλεψε καθόλου όταν προσπάθησα να της δώσω τα σχήματα που ήθελα με τα κουπ πατ, αφού την άνοιξα πάνω σε αντικολλητικό χαρτί.
Όλα πήγαν καλά και αφού τα αράδιασα σε ένα ταψί, τα άφησα να στεγνώσουν φυσικά, μια κι αυτός είναι ο πλέον κατάλληλος τρόπος για τη ζύμη αυτή.
Η διαδικασία αυτή κράτησε περίπου δυο μέρες!


Όταν στέγνωσαν για τα καλά, άρχισα να τα διακοσμώ με ό, τι υλικά είχα στο σπίτι.
Μέχρι και ντεκουπάζ παραλίγο να κάνω η άσχετη, γιατί δεν το λες και ντεκουπάζ αυτό "το παραλίγο" που έκανα.
Και δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Να κάνω ντεκουπάζ δηλαδή. Αυτό που ήθελα ήταν να ντύσω τα στολίδια μου κι αυτό μάλλον το κατάφερα χωρίς να θρηνήσουμε πολλά θύματα.
Γιατί θύματα υπήρξαν, αφού η ζύμη αυτή βγαίνει πιο ντελικάτη και πιο ευαίσθητη από τη σκληρή αλατοζύμη και στην αρχή το ομολογώ, της φέρθηκα άγαρμπα.
Μετά τα βρήκαμε, κάθισε ήσυχη ήσυχη κι αυτή και αδιαμαρτύρητα με άφησε να της ρίξω μπόλικη χρυσόσκονη, να τη βάψω, γιατί ζωγραφική δεν το λες ακριβώς αυτό που της έκανα, να της κολλήσω τη χαρτοπετσέτα, που είπαμε, ούτε αυτό το λες ακριβώς ντεκουπάζ και γενικά, τα έκανα όλα απ' έξω έξω και στο περίπου, με όσα υλικά είχα στα χέρια μου. Όταν βγήκε από αυτά, απ΄τα χέρια μου δηλαδή, ήταν αγνώριστη, αλλά από όσο γνωρίζω μηνύσεις δε θα μου κάνει τελικά.
Της κρέμασα και κουδούνια, αναδιατυπώνω, γιατί κάπως ακούστηκε αυτό, έβαλα λοιπόν κουδουνάκια σε κάνα δυο στολίδια κότσαρα κι από ένα 2018 στο καθένα κι αυτά αναβαθμίστηκαν σε γούρια.
Τα υπόλοιπα παρέμειναν στολίδια!


Αν όμως συγκρίνουμε την ντελικάτη και κατάλευκη ομολογουμένως ζύμη από κορν φλάουρ και σόδα με την αλατοζύμη, ποια είναι εκείνη που θα κερδίσει στα σημεία;

Πάμε για ένα Crash Test!


Η αλατοζύμη είναι αρκετά δύσκολη στο πλάσιμο λόγω αλατιού.
Όταν όμως ετοιμαστεί, την κάνουμε εύκολα ό, τι θέλουμε.


Δεν βγαίνει τόσο λευκή όσο η ζύμη με το κορν φλάουρ, αλλά βγαίνει σίγουρα πιο ανθεκτική.

Μαζί της ξεμπερδεύεις πιο γρήγορα, γιατί την ψήνεις και είναι έτοιμη.

Η αλήθεια είναι πως αν υπάρχει υγρασία μπορεί να δείξει αλλοιωμένη όταν αποθηκεύεται για την επόμενη χρονιά, αλλά επανέρχεται.

Η ζύμη με το κορν φλάουρ δεν έχει δυσκολία στο να ετοιμαστεί, αρκεί να είσαι εκεί ψυχή τε και σώματι για να την κατευθύνεις με ψυχραιμία από το ένα στάδιο στο άλλο.

Σε έχει συνεχώς στο περίμενε!
Περίμενε να κρυώσει, περίμενε μετά κάνα δυο μέρες να στεγνώσει, περίμενε πως μπορεί "απάνω στο περίμενε" να την ξεχάσεις κιόλας, αν είσαι ανυπόμονος σε έχασε από φαν!

Γίνεται λευκή σαν χιόνι, εύπλαστη σαν πλαστελίνη, όμορφη σαν οπτασία, αλλά θέλει προσεκτικό χειρισμό, γιατί όλη αυτή η λευκότητα και η τόση ομορφιά διαθέτουν και μια άλφα ευαισθησία, που όμως χάνεται όσο περνούν οι μέρες και γίνεται κι αυτή ανθεκτική!

Στην αποθήκευση δεν την έχω τεστάρει ακόμα, γιατί πρώτη φορά τη φτιάχνω, αλλά ας υποθέσουμε ότι αντέχει.

Με όσα λοιπόν γνωρίζουμε και όσα υποθέτουμε, δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμία. Η καθεμιά έχει τη χάρη της!
Εσείς τι λέτε;
Ποια είναι η καλύτερη; 


Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Οι μαγεμένες - Las Incantadas, Μαίρη Κόντζογλου




"...Ώστε αυτές ήταν οι "Μαγεμένες"! Αυτές ήταν τα "Είδωλα", οι "Άγγελοι" των κατοίκων της Σαλονίκης. Με όποιο όνομα κι αν τις αποκαλούσες αυτές τις θεσπέσιες μορφές το ίδιο ήταν, όλα ταίριαζαν με τη μυστηριώδη υγρή πόλη που προσευχόταν σε πολλές γλώσσες και σε πολλούς θεούς..."

Η πένα της Μαίρης Κόντζογλου, βουτάει βαθιά στην ιστορία,  ανακατεύεται με τους θρύλους, δανείζεται λίγη από την αύρα των παραμυθιών, και μας δίνει ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα που παραμένει ωστόσο πιστό στις ιστορικές του πηγές μεταφέροντάς μας στη Θεσσαλονίκη των τειχών του 1864 ακολουθώντας τα χνάρια που άφησαν οι εποχές και οι άνθρωποι
Η "Στοά των Ειδώλων" πρωταγωνιστεί και γύρω της η συγγραφέας στήνει το σκηνικό ενός ξεχωριστού αφηγήματος, δίνει πνοή στους δικούς της ήρωες, δημιουργώντας ένα ανάγνωσμα που συναρπάζει.
Η περιγραφή της καταστροφής και της απαγωγής της "Στοάς των Ειδώλων" είναι βασισμένη στις μαρτυρίες του ίδιου του απαγωγέα, του αρχαιοκάπηλου, επιγραφολόγου Εμμανουέλ Μιλλέρ και στις επιστολές που έστελνε εκείνο το διάστημα στη σύζυγό του. 
Κάποιες από αυτές τις επιστολές δημοσιεύτηκαν αυτούσιες στο βιβλίο και άλλες η συγγραφέας τις "επέκτεινε" μένοντας όμως πιστή στο πνεύμα του γράφοντα.



Οι Μαγεμένες, Las Incantadas *, ξεκινούν με έναν θρύλο που έρχεται από τα βάθη των αιώνων κι εξηγεί την επικράτηση αυτού του ονόματος για το σημαντικό, αλλά άγνωστο στον πολύ κόσμο, μνημείο, για να περάσουν στη συνέχεια, αφήνοντας την ιστορία να ξετυλιχτεί, στην κρίσιμη περίοδο που το μνημείο κινδυνεύει να ξεριζωθεί με τη σύμφωνη γνώμη του σουλτάνου από τον παλαιογράφο Εμμανουέλ Μιλλέρ για να μεταφερθεί στη Γαλλία και να κοσμήσει τα ανάκτορα και τα σπίτια των ευγενών.
Καθώς αυτό μαθαίνεται, κάποιοι άνθρωποι, υπόδουλοι ακόμα, αλλά με ελεύθερο πνεύμα, θα προσπαθήσουν να το αποτρέψουν, ή έστω να το εμποδίσουν για όσο μπορέσουν.

Η Αννίκα (Χάννα)  και ο Νικόλας αγωνίζονται για τις "Μαγεμένες", αλλά και για το δικαίωμά τους στην αγάπη, αφού όχι μόνο οι διαφορετικές τους θρησκείες, αλλά και τόσα άλλα, υψώνουν ανάμεσά τους εμπόδια που μοιάζουν ανυπέρβλητα. 
Πατέρας της Χάννας είναι ο Νταβίντ εφέντη, αρχαιολάτρης Εβραίος και αφεντικό του Νικόλα. Ένας άνθρωπος ανοιχτόμυαλος, πολύ μπροστά από την εποχή του, που θα αναγκαστεί να δώσει τις δικές του μάχες.
Μια ανεπάντεχη περιπέτεια φέρνει τον Νικόλα κοντά στον γλύπτη Αλέξανδρο Δημητριάδη. 
Η συνάντηση θα είναι καθοριστική, αφού δε θα σημάνει μόνο την αρχή μιας φιλίας, αλλά θα αλλάξει και τον ίδιο τον Αλέξανδρο ως άνθρωπο.
Γύρω από τους κεντρικούς ήρωες, ένα πλήθος ανθρώπων, εχθρών και φίλων, θα πλέξουν τον ιστό ενός αφηγήματος που μένει αξέχαστο!


"...Ρευστοί οι καιροί και άλλαζαν συνέχεια, τα λεπτά κυλούσαν ηδονικά από τις επάλξεις και έλιωναν στα βυζαντινά σοκάκια..."

Σε αυτά τα σοκάκια περιφέρουν οι ήρωες της ιστορίας μας τους φόβους τις αγωνίες, αλλά και τις ελπίδες τους και περιγράφονται με τόση γλαφυρότητα που ο αναγνώστης μεταφέρεται κι αυτός εκεί, μαζί τους. Μπαίνει στο κλίμα της εποχής και κρατά την ανάσα του στην εμφάνιση των ζαπτιέδων, μαθαίνει την πόλη του χθες μέσα από τις αναφορές στην πόλη του σήμερα, κι επιστρέφει με κάθε ευκαιρία στο μνημείο
Στις "Μαγεμένες" που βρίσκονται στην εβραϊκή συνοικία Ρόγκος και που έγιναν χάρη στην μαγική πένα της Μαίρης Κόντζογλου ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, αριστοτεχνικά δομημένο, που ακροβατεί επιδέξια, χωρίς στιγμή να αιωρείται άνευ λόγου κι αιτίας, στα όρια της ιστορίας με τη φαντασία.


* Οι "Μαγεμένες" ή "Las Incantadas" ή "Είδωλα" ή "Surettler" (άγγελοι στα τούρκικα) είναι ένα μνημείο που χρονολογείται στο τέλος του 2ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα μ.χ. Βρισκόταν στη εβραϊκή συνοικία Ρόγκος, κάπου στα όρια της Ρωμαϊκής Αγοράς, στην περιοχή της σημερινής Αριστοτέλους, εξού και η επικράτηση της ονομασίας Las Incantadas, καθώς οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ήταν ισπανόφωνοι.
Είχε ύψος περίπου 13 μ. και αποτελούνταν από μια διώροφη κιονοστοιχία με κορινθιακούς κίονες στο κατώτερο επίπεδο και πεσσούς στο ανώτερο.
Οι τέσσερις πεσσοί κοσμούνταν στις δύο κύριες όψεις τους με οκτώ ανάγλυφες μυθολογικές μορφές. Στην εσωτερική πλευρά εικονίζονταν μια Μαινάδα, ο Διόνυσος, η Αριάδνη και η Λήδα με τον κύκνο - Δία, ενώ στην εξωτερική, η Νίκη, η Αύρα, ένας Διόσκουρος  και η αρπαγή του Γανυμήδη.

Φωτογραφία και πληροφορίες από το εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου


Η συγγραφέας πρόσφατα επισκέφτηκε το Παρίσι, προσκεκλημένη από την Ελληνική Κοινότητα Παρισίου και Περιχώρων για να παρουσιάσει το βιβλίο και η συνάντηση με τις "Μαγεμένες" που βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου ήταν αναπόφευκτη! 


Οι Μαγεμένες Las Incantadas, Μαίρη Κόντζογλου

Εκδόσεις: Μεταίχμιο







Αυτή την Παρασκευή όσοι είστε στη Θεσσαλονίκη είστε τυχεροί, γιατί θα μπορέσετε να κάνετε έναν Λογοτεχνικό Περίπατο, μέσα από τα βιβλία της Μαίρης Κόντζογλου.